9/2/09

H Apple, η Microsoft και η μουσική βιομηχανία

Έχουμε ήδη δηλώσει macάδες μέχρι το κόκαλο, οπότε μη σας εκπλήσσει αυτή η ανάρτηση.

Διαβάστε αυτό το κείμενο που δημοσιεύθηκε στο AppleInsider (πάλιωσε λίγο αλλά δεν ήθελα να το ανεβάσω αμέσως μετά την ωραία ανάρτηση του Σουηδού πατσατζή) για την σχέση της Apple και των δισκογραφικών εταιριών.

Διαβάστε ακόμη τα ακόλουθα κείμενα από το Roughly Drafted που παρουσιάζουν τη Microsoft ως τον αδύναμο της υπόθεσης (ακόμη και αν βρείτε ότι δεν συμφωνείτε είναι, νομίζω, ένας καλός αντίλογος στην κυρίαρχη οπτική):
Και επειδή λένε ότι μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, η φωτογραφία με τους ενθουσιασμένους μεγαλο-executives της Microsoft στην επίσιμη παρουσίαση των Vista τα λέει όλα.

Τη φωτογραφία την βρήκα στο πολύ ενδιαφέρον blog του Seth Godin όπου βρήκα και μια ανάρτηση που προσωπικά την διάβασα ως ένα εύστοχο και ειρωνικό σχόλιο (με το οποίο βέβαια μπορεί κανείς να διαφωνεί) για την σύγχρονη μουσική, την αδυναμία της να προσελκύσει μεγαλύτερο κοινό και τη στάση των καλλιτεχνών απέναντι σε αυτό το γεγονός: The customer is always wrong.

4/2/09

Ζητήματα Ερμηνείας 2 - Μα πώς παίζετε έτσι;

Το πρόβλημα της ερμηνείας ξεκινάει από το πολύ απλό και βασικό γεγονός πως η μουσική σημειογραφία είναι εξ ορισμού ατελής. Υπάρχουν πολλά πράγματα τα οποία μία παρτιτούρα δεν αποκαλύπτει. Όταν υπάρχει ο συνθέτης να διδάξει το έργο δεν υπάρχει πρόβλημα, όταν όμως δεν βρίσκεται πρόχειρος εκεί κοντά τότε αρχίζουν οι περιπλοκές. Όταν τόσο ο συνθέτης, όσο και ο ερμηνευτής δημιουργούν στα πλαίσια μιας παράδοσης και η παράδοση αυτή είναι ακόμη ζωντανή τότε πάλι κάτι γίνεται, αλλά όταν έχουν περάσει μερικές γενιές και αυτή η παράδοση έχει σβήσει ή ακόμη χειρότερα έχει εντελώς παραγκωνισθεί από μια καινούρια τότε τι γίνεται; Για να το περιπλέξουμε, τι συμβαίνει όταν οι τεχνικές προδιαγραφές των οργάνων δεν είναι πια οι ίδιες;

Στη σημερινή ανάρτηση θα ασχοληθώ με τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι εκτελεστές εγχόρδων στην πορεία των δυόμιση τελευταίων αιώνων. [Για να παρακολουθήσετε τη συζήτηση σας παρακαλώ να διαβάσετε την πρώτη ανάρτηση της σειράς αυτής.]

Ας πάρουμε τα πράγματα ιστορικά από τη μέση. Η επιβολή της ρομαντικής αισθητικής οδήγησε στο να παίζονται όλοι οι συνθέτες του ευρωπαϊκού μουσικού κανόνα πάνω κάτω το ίδιο. Η διαφορά στο στυλ συνοψιζόταν στο εξής:

" Μέχρι τον Μότσαρτ όλο το δοξάρι χαλαρά, από τον Μπετόβεν και έπειτα όλο το δοξάρι με ένταση".

Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Πρώτ' απ' όλα στα μέσα του 19ου αιώνα είχαν αλλάξει οι τεχνικές προδιαγραφές των εγχόρδων. Προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι νέες ανάγκες επιμηκύνθηκε η ταστιέρα και ο καβαλάρης καμπυλώθηκε περισσότερο. Αυτό όμως δεν ήταν και τόσο σπουδαίο. Η μεγαλύτερη αλλαγή έγινε στα δοξάρια. Κατ' αρχήν μεγαλώσανε. Το σημαντικότερο όμως ήταν πως άλλαξε η καμπύλη του ξύλου, από κοίλη έγινε κυρτή. Η βασικότατη διαφορά των δύο είναι πως το κυρτό δοξάρι επιτρέπει τη διατήρηση της τάσης σε όλο το μήκος του δοξαριού, ενώ στο κοίλο η τάση είναι μεγαλύτερη στη λαβή του. Φαντάζομαι καταλαβαίνετε πού το πάω.

Επίσης υπήρχαν ιστορικά συγγράμματα που έλεγαν πώς πρέπει να παίζεται αυτή η μουσική, τα οποία φαίνεται πως για εκατόν πενήντα χρόνια κανείς δε διάβαζε. Το πιο διάσημο και σίγουρα σημαντικότερο είναι το βιβλίο του Leopold Mozart, πατέρα του διάσημου γιου του Amadeus, το περίφημο Versuch einer gründlichen Violinschule. Εκεί μέσα λοιπόν γράφει ο μπαμπάς Mozart, μεταξύ άλλων, πως η πρώτη νότα σε ένα legato είναι πιο τραβηγμένη και βαριά και πως κάθε legato υποδηλώνει και ένα diminuendo, δηλαδή ξεκινάμε πιο δυνατά και τελειώνουμε πιο σιγά. Αυτό είναι σαφώς εξαρτημένο από τις τεχνικές δυνατότητες του δοξαριού που χρησιμοποιούσανε εκείνη την εποχή. Αν διαβάζανε οι άνθρωποι τον έρμο τον Λεοπόλδο σίγουρα δε θα φτάναμε το 1950 και θα ακούγαμε να παίζουν κουαρτέτα Mozart, του Αμαδέου, με αυτόν τον τρόπο:



Δεν ακούγεται εντελώς χαζοχαρούμενα; Και μιλάμε για το Amadeus Quartet, ένα από τα καλύτερα της εποχής του! Τι καταλαβαίνανε αυτοί οι άνθρωποι από τη μουσική του Mozart; Η σωστή απάντηση είναι ελάχιστα, αν όχι τίποτα, αλλά εξαρχής η ίδια η ερώτηση τους αδικεί. Δεν ήταν μέρος της παιδείας τους, της αισθητικής της εποχής τους κτλ αυτό που ονομάζουμε ιστορικά πιστή ερμηνεία.

Εν πάση περιπτώσει, κάποια στιγμή ένα παλικάρι, ο Nikolaus Harnoncourt, βιολοντσελίστας ο ίδιος, άρχισε να αναρωτιέται και να ψαχουλεύει τα πράγματα και ξεκίνησε μια χιονοστιβάδα, που άλλαξε σε κάτι παραπάνω από μια γενιά, τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τη μουσική του πρώτου τετάρτου του 19ου αιώνα και πίσω. Αν δεν το έχω δηλώσει σαφώς, ναι προς το καλύτερο.

Κλείνοντας ας ακούσουμε το κουιντέτο του Αμαδέου σε σολ ελάσσονα KV 516 από το κουαρτέτο Salomon σε όργανα εποχής. Με λίγη προσοχή θα καταλάβετε πως ακριβώς λειτουργούν τα παλιά δοξάρια:





Συμπληρωματικά:

1. Ένας Ούγγρος συνάδελφος, μέλος κουαρτέτου και άνθρωπος που έχει μελετήσει πολύ αυτά τα ζητήματα, μου είχε πει πως υπάρχει μια επιστολή του Λίστ προς τον Βάγκνερ όπου του διηγείται πως δούλεψε με μια ορχήστρα που έπαιζε με τον παλιό τρόπο και έπρεπε να τους διδάξει να μην τραβάνε την πρώτη νότα. Την επιστολή αυτήν δεν την έχω διαβάσει, αλλά δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την φερεγγυότητα του συναδέλφου.

2. To αποτελέσματα στην παραγωγή του ήχου ενός παλιού δοξαριού μπορούν να επιτευχθούν και με ένα σύγχρονο δοξάρι αρκεί να το κρατήσει κανείς λίγο πιο ψηλά, αλλάζοντας με αυτόν τον τρόπο το κέντρο βάρους του δοξαριού.

3. O Λεοπόλδος γράφει και πολλά άλλα ενδιαφέροντα πράγματα, πχ για την κατεύθυνση του δοξαριού, πως να γίνει το crescendo κ.α. Δε θεωρείται μόνο ένα εξαιρετικό εκπαιδευτικό εγχειρίδιο, αλλά ένα βιβλίο στην παράδοση του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, εξαιρετικό ως προς την οργάνωση του υλικού και την παρουσιάσή του.

4. Να διευκρινήσω πως ιστορικά πιστή ερμηνεία δε σημαίνει απαραίτητα και καλή μουσική. (Δεν) Έχω ακούσει ιστορικά πιστές ηχογραφήσεις που ήταν τόσο βαρετές που τις έκλεισα.

5. Όσοι θα ήθελαν να διαβάσουν κάτι περισσότερο και πιο εξειδικευμένο μπορούν να ξεκινήσουν από αυτό.

Σκυλάδικο (και πως να το εναρμονίσετε)

Καθώς είμαι αδέσποτος, θα έπρεπε να το περιμένετε ότι κάποια στιγμή θα το έριχνα τελείως το επίπεδο και θα έβαζα σκυλάδικα.


(Μα τι του κάνανε του έρμου του ζωντανού και δαιμονίστηκε)


Και βέβαια, μετά την εναρμόνιση Palin σας έχω και μια εναρμόνιση του είδους μου.
(Αυτό είναι για τη Eurovision, με original πόνο και πάθος, όχι τα ξενέρωτα που στέλνουμε). 

1/2/09

Music to my ears 3

Ακολουθεί το έργο του Horacio Vaggione "La Maquina de Cantar" (Μηχανή Τραγουδιού).

  • Πως ακούτε, πως αντιδράτε σε αυτή τη μουσική; (συναισθηματικά, ψυχολογικά κτλ)
  • Πως θα χαρακτηρίζατε αυτή τη μουσική;
  • (Μια που έχουμε πιάσει τα σημειώματα) Αν γράφατε σημείωμα ως τρίτος για αυτή τη μουσική τι λέγατε;

27/1/09

Τίτλοι και σημειώματα 2

[Rowlf, τα δικά σου μπροστά στο παρακάτω φαντάζουν με δοκίμιο του Αντόρνο]

Ludwig van Beethoven (17770 - 1827)
Κονσέρτο αρ. 4 για πιάνο και ορχήστρα, σε σολ μείζονα, έργο 58.

Ι. Το κονσέρτο αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα έργα του Μπετόβεν, και η εποχή αυτή είναι μία από τις γονιμότερες του μεγάλου δημιουργού (1805 - 1808).

Το κονσέρτο παρουσιάζει μία πρωτοτυπία στο 1ο μέρος. Αρχίζει αμέσως με το πιάνο, ενώ στον συνηθισμένο τύπο του, μέχρι την εποχή εκείνη, το κονσέρτο άρχιζε πάντοτε με την ορχήστρα. Η υψηλή αυτή δημιουργία με τον μορφολογικό της νεωτερισμό, είναι ένα από τα κοσμογονικά έργα του συνθέτη.

Στο πρώτο μέρος, όπως ανέφερα, ο Μπετόβεν κάνει μια καινοτομία και αρχίζει με το πιάνο, στο κύριο θέμα του μέρους αυτού, να διατυπώνει ένα ήρεμο αρχικά, "λικνιστικό" θέμα το οποίο η ορχήστρα, μετά, ξαναρχίζει αφήνοντας το πιάνο "στην ησυχία του", και όταν ο σολίστας επανεμφανίζεται, αυτό το θέμα συνοδεύεται από μια σχεδόν απρόβλεπτη αυτοσχεδιαστική γραμμή (cadenza). Αυτό το εκτεταμένο, με φωτεινή διάθεση, μέρος υποβάλλεται με ένα "ορατό" υπόγειο ρεύμα μελαγχολίας στο οποίο το πιάνο κλιμακώνεται από μία φρενιτιώδη ηχοδυναμική σε μία ενδοσκόπηση στοχαστική.

Στο 2ο μέρος μετέχει το πιάνο και η ορχήστρα, με μόνον τα έγχορδα. αρχίζει με ταυτοφωνία της ορχήστρας εξαχόρδων στη μι ελάσσονα και αμέσως δημιουργείται βαριά ατμόσφαιρα από τη μοναδική αυτή δραματική διαμόρφωση.

Το σύντομο Andante παίρνει τη μορφή διαλόγου μεταξύ μιας ασυγκράτητης, νευρώδους στάσης της ορχήστρας και την συγκρατημένης ανταπόκρισης του πιάνου, το οποίο ξαφνικά "ανθοβολεί", σε μία cadenza - πέρασμα, με δριμύτητα. Η απάντηση του πιάνου περικλείει βαθύτατο ανθρώπινο πόνο, με θλιμμένη έκφραση λά και ήρεμη και ειρηνική εγκαρτέρηση.

Ο συγκλονιστικός αυτός διάλογος πιάνου και ορχήστρας παίρνει διαστάσεις φιλοσοφικού συμβόλου και καταλήγει σε βαθυστόχαστο μονόλογο του πιάνου.

Το Rondo - finale αποτελεί ένα άκρως δραματικό ζητούμενο: μια κυρίαρχη, πυρετική, εξωστρεφική κατάθεση διακόπτεται από ένα στοχαστικό εσωστρεφές δεύτερο θέμα, το οποίο παραθέτει μιαν έξοχη ηχητικότητα.

ΙΙ. Εξετάζοντας το κονσέρτο αυτό, βλέπουμε πως είναι ένα έργο από τις μεγαλύτερες δημιουργίες του Μπετόβεν, με πολλά από πλευράς ανάλυσης στοιχεία. Η ανάπτυξη όλου του 1ου μέρους στηρίζεται στο πρώτο θέμα και κυρίως στην κεφαλή αυτού, και η οποία είναι πράγματι αριστοτεχνική και κυρίως δυναμική. Η κίνηση του πιάνου με τα δυνατά F.F. είναι μεγαλειώδη, η δε κίνηση της ορχήστρας επίσης. Ειδικότερα εκείνο που μας εντυπωσιάζει αμέσως, είναι το δεύτερο θέμα στη λα ελάσσονα. Το θέμα αυτό, είναι ένα από τα ποιητικότερα του Μπετόβεν.

Αυτό το σιωπηλά ήρεμο αγγελτήριο θέμα από τον πιανίστα, απηλλαγμένο από κάποιο προκαταρκτικό "θόρυβο", σηματοδοτεί έναν Μπετόβεν επιδεξιότερο από αυτό, τον συνθέτη των τριών πρώτων κονσέρτων για πιάνο. Και αυτό, κατά βάση, έχει αποτελέσει τον κανόνα για την ορχήστρα να "ηχολογήσει" αναγγέλοντας τα κύρια θέματα του πρώτου μέρους σ' ένα σόλο κονσέρτο πολύ πριν ο σολίστας παίξει μία (πρώτη) νότα. Εδώ όμως ο συνθέτης δίνει έμφαση στα γενικά, λυρικά συμφραζόμενα του έργου "εισάγοντας" τον σολίστα τόσο ήρεμα πριν από την ορχήστρα. Όμως, μετά, το πιάνο σε ασύμβατη αναμονή πραγματοποιεί την επανείσοδό του μάλλον καθιερωμένα αφού τα tutti της ορχήστρας έχουν διατυπώσει τα θέματα. Αυτό το πρώτο θέμα μολονότι κυριαρχεί στο α' μέρος, το πιάνο έχει, ήδη, παραλλάξει υφολογικά στην επαναφορά του. Ο Μπετόβεν, "μαιτρ" της δυναμικής συμφωνίας, δείχνει την ευαίσθητη πλευρά του ειδικά στο ασυνήθιστα σφιχτό, αργό δεύτερο μέρος σ' ένα διάλογο των "υπερήφανων" εγχόρδων και του "πραϋντικού" πιάνου. - Ο Λίστ παρομοίασε αυτό σαν την ανάπαυση στου Ορφέα το τραχύ στέρνο-. Αυτό το εκπληκτικό "λίκνισμα" δεν τελειώνει εδώ. Το ζωντανό φινάλε του τρίτου μέρους κάνει την υπέρβαση με μια χαμηλόφωνη, όπως αρμόζει, κατάφαση στο θυελλώδες κύριο θέμα των εγχόρδων, για να φθάσει στο τέρμα ελεύθερα, με τον λυρισμό των δύο πρώτων μερών στην καμπή της διαδρομής με το "μαχητικό" αυτό finale.

III. Το κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 4 στη σολ μείζονα, έργο 58, εκδόθηκε το 1808. Η πρώτη εκτέλεση έγινε στη Βιέννη στις 22-12-1808 με σολίστα τον ίδιο τον Μπετόβεν. Το κονσέρτο αυτό ο συνθέτης το αφιέρωσε στον αρχιδούκα Ροδόλφο, γιατί η βοήθειά του ήταν σημαντική και ίσως σωτήρια γι' αυτόν, στη δύσκολη αυτή περίοδο, που είχε χάσει την επιχορήγηση από τον Λιχνόφσκυ και επειδή αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

25/1/09

Τίτλοι & Σημειώματα

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ακολουθεί τελείως χύμα ανάρτηση.

Αφορμή για αυτή την ανάρτηση στάθηκε μια συναυλία με έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών που παρακολούθησα σήμερα, αλλά οι παρατηρήσεις μου αφορούν γενικότερα τους σύχγρονους συνθέτες, όχι μόνο τους Έλληνες.

Αναφέρομαι σε μια πρακτική που ξεκίνησε, αν θυμάμαι καλά, από τον Ferenc Liszt και την ανάγκη να δώσει κάποιες πληροφορίες στο ακροατήριο για την κατά βάση προγραμματική μουσική του. Περιγράφοντάς τους το πρόγραμμα (την ιστορία που υποτίθεται ότι διηγείται η μουσική) θεωρούσε ότι βοηθούσε το ακροατήριο να προσεγγίσει πιο εύκολα τη μουσική. Αυτό έχει γίνει εμπεδωμένη και αυτονόητη παράδοση πια. Εκτός από τον τίτλο που υποτίθεται ότι σχετίζεται με τους ήχους που θα ακολουθήσουν κάθε συνθέτης γράφει ένα σύντομο σημείωμα για το έργο του.

Στη συναυλία που παρακολούθησα πέντε από τους έξι συνθέτες που παίχτηκαν έργα τους ήταν παρόντες. Μετά την εκτέλεση ανέβαιναν επάνω και λέγανε πέρα από το σημείωμα ακόμα δυο λόγια για τη μουσική τους και ακολουθούσαν ερωτήσεις από το κοινό. Λοιπόν πολλές φορές αισθάνθηκα (δεν είναι η πρώτη φορά, το παθαίνω συχνά σε συναυλίες σύγχρονης μουσικής) ότι ήθελα να φωνάξω "τα λεφτά μας πίσω", θεώρησα ότι με εξαπάτησαν, ότι μου έταξαν μπριζόλα και τελικά μου σερβίρανε νερόβραστη σούπα. Αλλού παρέπεμπε ο τίτλος, άλλα έγραφε το σημείωμα και άλλα άκουσα. Δε μπορείς, κύριε, να το λες το εργάκι Delirium και να μου βάζεις να ακούω μια σχεδόν τακτοποιημένη, ησυχία - τάξις - και - ασφάλεια δηθενιά που επειδή χρησιμοποιεί διευρυμένες τεχνικές οφείλω να ντελιριαστώ (sic) κι εγώ μαζί με τον συνθέτη που ντελιριάστηκε που τις ανακάλυψε. Αυτά σκεφτόμουν την ώρα που άκουγα το κομμάτι. Ανεβαίνει μετά ο συνθέτης και μαθαίνουμε ότι υπάρχουν επεισόδια στο κομμάτι. Ντελίριο είναι μόνο το πρώτο (εκεί έκανε λίγη παραπάνω φασαρία), ακολουθούσαν άλλοι τίτλοι που δεν είχαν δηλωθεί (ο παλιός ανελκυστήρας και κάτι άλλα). Πάλι, μου λες θα ακούσεις αυτό και εκ των υστέρων μου βγάζεις την παραμύθα: ξέρετε πάει σετάκι το πράγμα, είναι κάτι σαν ποικιλία ούζου. Λίγο από ντελίριο, λίγο από ασανσέρ, λίγο λακέρδα…

Ξέρω, αυτά είναι προσωπικές μου ιδιοτροπίες, αλλά πολύ χαλιέμαι. Μου δείχνει ότι ο ίδιος ο συνθέτης δεν είναι σίγουρος για το τι έκανε ή τουλάχιστον ότι δεν είναι σίγουρος πως να παρουσιάσει τη μουσική του. Δουλειά του είναι να ξέρει.

Αυτό που με ενοχλεί ακόμα πιο πολύ είναι όταν τα σημειώματα αυτά έχουν τρελό επικό ύφος. Τα διαβάζεις και λες "τι 9η του Μπετόβεν και παπαριές, ΑΥΤΟ είναι το μουσικό αριστούργημα της χιλιετίας, τι μουσικάρα που πρέπει να έγραψε!". Βέβαια μετά ακούς την "μουσικάρα" και τραβάς μαλλί.

Ξέρω, κι αυτό δικό μου πρόβλημα… αλλά αυτό κάνω στην ανάρτηση αυτή. Λέω τον πόνο μου.

Πάντως για να μη δώσω λανθασμένη εντύπωση από τα έξι έργα τα δυο (που καθόλου συμπτωματικά ήταν και με διαφορά τα καλύτερα) ήταν συνεπή σε αυτό που μας τάξανε. Τίτλος, σημείωμα, μουσική, και κατόπιν εξηγήσεις/διευκρινίσεις του συνθέτη. Που, αν το σκεφτεί κανείς, το εν τρίτο αυτό είναι ένα πολύ καλό ποσοστό…

(Περιμένω τυχόν αντιρρήσεις σας)

21/1/09

Εκτός ήχου

Ο Erik Satie είναι ιδιαίτερα σημαντική φιγούρα για τη μουσική περιπέτεια που θέλω να διηγηθώ μέσα από αυτό το ιστολόγιο και για αυτό σωστά και δίκαια οι υπόλοιποι του blog παρατήρησαν ότι με μια ανάρτηση σαν την προηγούμενη δεν ξεμπερδεύω με αυτόν. Αλλά με τον Satie ποιος θέλει και ποιος μπορεί να ξεμπερδέψει;

Θα αντιγράψω από ένα μικρό τόμο με κείμενά του που εκδόθηκε στα ελληνικά σε μετάφραση της Μαρίας Ευσταθιάδη υπό το τίτλο "Εκτός ήχου" από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 1990 (δεν ξέρω αν κυκλοφορεί ακόμα, αν υπάρχει αγοράστε το οπωσδήποτε).
[Οι υπογραμμίσεις με bold υπάρχουν στο τυπωμένο κείμενο]

Εγκώμιο των Κριτικών
Δεν διάλεξα κατά τύχη αυτό το θέμα. Το διάλεξα από ευγνωμοσύνη, γιατί δεν είμαι ούτε αγνώμων, ούτε άγνωστος.
Έδωσα, πέρσι, πολλές διαλέξεις για τη "Νοημοσύνη και Μουσικότητα των Ζώων".
Σήμερα θα σας μιλήσω για τη Νοημοσύνη και τη Μουσικότητα των Κριτικών. Είναι περίπου το ίδιο θέμα, με κάποιες παραλλαγές, εννοείται.
Μερικοί φίλοι μου είπαν ότι το θέμα είναι αχάριστο. Γιατί αχάριστο; Δεν υπάρχει ίχνος αχαριστίας· ή τουλάχιστον δε φαίνεται με την πρώτη ματιά: Θα κάνω λοιπόν ψυχρά το εγκώμιο των κριτικών.
Δεν γνωρίζουμε αρκετά τους κριτικούς· αγνοούμε τι έχουν κάνει, τι είναι ικανοί να κάνουν. Είναι δηλαδή, με λίγα λόγια, το ίδιο παραγνωρισμένοι όπως και τα ζώα, ενώ έχουν όπως κι αυτά τη χρησιμότητά τους. Ναι.
Δεν είναι μόνο οι δημιουργοί της Τέχνης της Κριτικής, αυτής της Τέχνης των Τεχνών, αλλά και οι πρώτοι στοχαστές του Κόσμου, οι ελεύθεροι στοχαστές του καλού κόσμου, θα μπορούσαμε να πούμε.
Άλλωστε και για τον "Στοχαστή" του Ροντέν πόζαρε κάποιος κριτικός. Το πληροφορήθηκα πριν από δυο-τρεις βδομάδες από έναν κριτικό. Αυτό μ' ευχαρίστησε πολύ· πάρα πολύ. Ο Ροντέν είχε αδυναμία στους κριτικούς, μεγάλη αδυναμία…
Οι συμβουλές τους ήταν πολύτιμες, γι' αυτόν, πολύ πολύτιμες, πάρα πολύ πολύτιμες, ανεκτίμητες.
Υπάρχουν τρία είδη κριτικών: αυτοί που είναι σπουδαίοι, αυτοί που είναι λιγότερο σπουδαίοι, αυτοί που δεν είναι καθόλου σπουδαίοι. Τα δυο τελευταία είδη δεν υπάρχουν: όλοι οι κριτικοί είναι σπουδαίοι.
―――
Η εξωτερική εμφάνιση του κριτικού είναι σοβαρή, θυμίζει κοντραμπάσο. Όταν γελάει, γελάει με το ένα μάτι, πότε με το καλό, πότε με το κακό. Αβρός πάντα προς τις Κυρίες, κρατάει τους Κυρίους, διακριτικά σε απόσταση. Με λίγα λόγια προκαλεί δέος αν και η παρουσία του είναι ευχάριστη. Είναι άνθρωπος σοβαρός, σοβαρός σαν Βούδας, σαν χοντρό μαύρο βόδι. Η μετριότητα και η ανικανότητα δεν προσιδιάζει στους κριτικούς. Ένας μέτριος ή ανίκανος κριτικός θα γινόταν περίγελως των συναδέλφων του· θα του ήταν αδύνατο να εξασκήσει το επάγγελμά του, τα ιερατικά του καθήκοντα, ήθελα να πω· δε θα είχε τόπο να σταθεί· όλες οι πόρτες θα ήταν κλειστές γι' αυτόν· η ζωή του θα ήταν διαρκές μαρτύριο, ένα τρομερά μονότονο μαρτύριο.
Ο Καλλιτέχνης είναι ονειροπόλος, ενώ ο κριτικός έχει συνείδηση του πραγματικού, και του εαυτού του επίσης. Ο καλλιτέχνης μπορεί να έχει μιμητές· ο κριτικός είναι αμίμητος και ανεκτίμητος. Πως θα μπορούσαμε να μιμηθούμε έναν κριτικό; Αναρωτιέμαι. Εξάλλου, δεν θα είχε ενδιαφέρον, κανένα ενδιαφέρον. Έχουμε το πρωτότυπο· μας αρκεί. Όποιος είπε ότι η κριτική είναι εύκολη, δεν είπε τίποτα σπουδαίο. Είναι μάλιστα ντροπή και που το είπε. Θα έπρεπε να τον πάρουν στο κυνήγι… για ένα-δυο χιλιόμετρα…
Ο άνθρωπος που έγραψε κάτι τέτοιο θα το μετανιώσει άραγε; Είναι πιθανό, είναι ευκταίο, είναι βέβαιο.
―――
Το μυαλό του κριτικού είναι ένα κατάστημα, ένα πολυκατάστημα. Βρίσκει κανείς τα πάντα: ορθοπεδικά, επιστήμες, κλινοσκεπάσματα, τέχνες, ταξιδιωτικές κουβέρτες, μεγάλη ποικιλία ειδών οικιακής χρήσεως, επιστολόχαρτα εγχώρια και ξένα, είδη καπνιστού, γάντια, ομπρέλες, μάλλινα, καπέλα, αθλητικά, μπαστούνια, οπτικά, καλλυντικά κτλ. Ο κριτικός ξέρει τα πάντα, βλέπει τα πάντα, λέει τα πάντα, ακούει τα πάντα, αγγίζει τα πάντα, μετακινεί τα πάντα, συγχέει τα πάντα και βέβαια σκέφτεται τα πάντα. Τι άνθρωπος!! Για σκεφτείτε!! Όλα μας τα είδη είναι εγγυημένα!!! Με τις ζέστες, το εμπόρευμα είναι στο εσωτερικό!!! Στο εσωτερικό του κριτικού!!! Κοιτάξτε!!! Πάρτε μια ιδέα αλλά μην αγγίζετε!!! Είναι μοναδικό. Απίστευτο.
Η κριτική είναι ακόμα ένας φάρος, μια σημαδούρα, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε. Μας προειδοποιεί για τις ξέρες που περιβάλλουν τις ακτές του Ανθρώπινου Πνεύματος. Κοντά σ' αυτές τις ακτές, αυτές τις απατηλές ακτές, ο κριτικός, αγέρωχος στη διορατικότητά του γρηγορεί: μοιάζει με τελωνοφύλακα, αλλά συμπαθητικό και έξυπνο.
Πως όμως φτάνει κανείς σ' αυτή την περίοπτη θέση και γίνεται φάρος και τελωνοφύλακας;
Με την αξία του, τη γεωργική και την προσωπική του αξία. Λέω "γεωργική" επειδή καλλιεργεί τον έρωτα της Ομορφιάς και του Μέτρου. Φτάνουμε έτσι σ' ένα λεπτό σημείο. Οι κριτικοί επιλέγονται με ποιοτικά κριτήρια, όπως τα εκλεκτά προϊόντα, τα προϊόντα πρώτης ποιότητος.
Ο Διευθυντής μιας εφημερίδας, μια επιθεώρησης, ενός περιοδικού ανακαλύπτει εκείνον τον κριτικό που είναι αναγκαίος για τη σωστή συγκρότηση της συντακτικής επιτροπής. Καμιά υπόδειξη δεν μπορεί να τον επηρεάσει. Τον ανακαλύπτει ενεργώντας κατά συνείδηση μετά από αυστηρό έλεγχο. Ο έλεγχος αυτός διαρκεί πολύ και είναι επίμονος, τόσο για τον κριτικό όσο και για τον Διευθυντή. Ο ένας ρωτάει, ό άλλος δυσπιστεί. Είναι μια μάχη γεμάτη αγωνία και απρόοπτα. Και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν όλα τα δυνατά τεχνάσματα. Στο τέλος, ο Διευθυντής είναι ο νικημένος. Έτσι συνήθως συμβαίνει όταν ο κριτικός είναι από καλή ράτσα και σωστά εκπαιδευμένος. Ο κριτικός αφομοιώνει και εν συνεχεία αποβάλλει τον Διευθυντή.
Σπάνια τη γλιτώνει ο Διευθυντής.
Πραγματικός κριτικός νους σημαίνει να ασκεί κανείς κριτική στους άλλους και όχι στον εαυτό του, να βλέπει το καρφί στο μάτι του διπλανού του και να μην βλέπει το δοκάρι στο δικό του μάτι: σ' αυτή την περίπτωση το δοκάρι γίνεται ισχυρό, πολύ ισχυρό τηλεσκόπιο που μεγεθύνει υπερβολικά το καρφί.
―――
Πως να μην θαυμάσουμε το κουράγιο του πρώτου κριτικού που εμφανίστηκε στον κόσμο. Οι άξεστοι άνθρωποι των Παλαιών Ημερών του Σκότους θα τον υποδέχτηκαν σίγουρα με γερές κλωτσιές στα μαλακά, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι ήταν ένας πρωτοπόρος άξιος κάθε σεβασμού. Ο πρώτος κριτικός ήταν με τον τρόπο του, ένας ήρωας.
 Αλλά και ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος σίγουρα δεν είχαν καλύτερη τύχη… βοήθησαν ωστόσο να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο: η Τέχνη της Κριτικής έφερε στο φως τον εαυτό της. Ήταν η πρώτη μέρα της ζωής της. Πολύ αργότερα, οι ευεργέτες αυτοί της Ανθρωπότητας μπόρεσαν να οργανωθούν καλύτερα: ίδρυσαν Συνδικάτα Κριτικής σε όλες τις μεγάλες πρωτεύουσες. Έτσι οι κριτικοί έγιναν σημαίνοντα πρόσωπα, πράγμα που αποδεικνύει πως η αρετή πάντα ανταμείβεται. Την ίδια στιγμή οι καλλιτέχνες αλυσοδέθηκαν και εξημερώθηκαν. Έγιναν "κατοικίδια" ζώα. Είναι πολύ σωστό να κατευθύνονται οι Καλλιτέχνες από τους κριτικούς. Ποτέ δεν κατάλαβα την υπερευαισθησία που δείχνουν οι καλλιτέχνες απέναντι στις παραινέσεις των κριτικών. Νομίζω ότι πρόκειται για έπαρση, κακώς εννοούμενη έπαρση, που κάνει άσχημη εντύπωση. Οι καλλιτέχνες θα κέρδιζαν πολλά αν έδειχναν μεγαλύτερο σεβασμό στους κριτικούς· αν τους άκουγαν με ευλάβεια· αν τους αγαπούσαν θα έλεγα· αν του καλούσαν στο οικογενειακό τραπέζι ανάμεσα στον παππού και τον θείο. Ας ακολουθήσουν το παράδειγμά μου, το καλό μου παράδειγμα: η παρουσία του κριτικού με θαμπώνει, η ακτινοβολία του είναι τόσο μεγάλη, που ανοιγοκλείνω τα μάτια μου ώρα πολλή· του ξεσκονίζω τα παπούτσια· κρέμομαι απ' τα χείλη του. Έχω μελετήσει αρκετά τα ήθη των ζώων. Αλίμονο! δεν έχουν κριτική. Αυτή η Τέχνη τους είναι άγνωστη· απ' όσο μπορώ να ξέρω τουλάχιστον, δεν υπάρχει κανένα έργο αυτού του είδους στα αρχεία των ζώων μου. Ίσως πάλι οι φίλοι μου οι κριτικοί να γνωρίζουν κάτι: Αν μου το έλεγαν θα τους ήμουν ευγνώμων. Τα ζώα δεν έχουν λοιπόν κριτικούς. Ο λύκος δεν κάνει κριτική στο πρόβατο· το τρώει· όχι επειδή περιφρονεί την τέχνη του, αλλά γιατί λατρεύει το κρέας, ακόμα και τα κόκαλα αυτού του μαλλιαρού ζώου, που έχει τόση νοστιμιά μαγειρεμένο φρικασέ.
Μας χρειάζεται πειθαρχία σιδηρά, ή από όποιο άλλο μέταλλο. Μόνο οι κριτικοί μπορούν να την επιβάλλουν και να εποπτεύουν την εφαρμογή της από μακριά. Δεν ζητούν παρά να μας εμφυσήσουν την περίφημη αρχή της υπακοής. Όποιος δεν υπακούσει είναι αξιολύπητος, η ανυπακοή είναι θλιβερό πράγμα. Ωστόσο, δεν πρέπει να παρασυρόμαστε απ' τα ολέθρια πάθη μας, όσο κι αν μας δυναστεύουν. Πως μπορούμε να καταλάβουμε ότι ορισμένα πάθη είναι ολέθρια, χειρότερα κι απ' τη λέπρα; Αλήθεια, πως;
Από την ηδονή που νιώθουμε όταν παραδοθούμε όταν αφεθούμε σ' αυτά και από το ότι δεν αρέσουν καθόλου στους κριτικούς.
Εκείνοι δεν βασανίζονται από τα πάθη. Πως θα μπορούσαν άλλωστε; Αφού δεν έχουν οι κακόμοιροι κανένα μα κανένα πάθος. Ήρεμοι πάντα, δεν σκέφτονται παρά το καθήκον τους, πως δηλαδή να διορθώνουν τα στραβά του κόσμου, και να εξασφαλίζουν έτσι ένα επαρκές εισόδημα, ίσα ν' αγοράζουν τον καπνό τους.
Αυτή είναι η αποστολή τους. Η αποστολή που ταιριάζει σ' αυτούς τους επαγγελματίες συμβουλάτορες με τα χίλια συμβούλια και τις χιλιάδες συμβουλές.
Ας τους ευχαριστήσουμε, λοιπον, για όλες τις θυσίες που κάνουν καθημερινά για χάρη μας και μόνο· ας παρακαλέσουμε τη Θεία Πρόνοια να τους προστατεύει από κάθε κακό· να τους γλιτώνει απ' όλες τις έγνοιες· να τους χαρίζει κάθε λογής τέκνα, άξιους συνεχιστές του είδους. Οι ευχές αυτές δεν μπορούν να τους κάνουν ούτε καλό, ούτε κακό· άλλωστε τις έχουνε γραμμένες στα παλιά τους τα παπούτσια… και γράφουν… και γράφουν… και γράφουν…

Θέλω να κλείσω με μια από τις πιο πληρωμένες ατάκες που νομίζω ότι έχουν δωθεί ποτέ. Κατά το ανέβασμα της Parade (ένα μπαλέτο για το θίασο του Ντιαγκίλεφ βασισμένο σε μια ιδέα του Ζαν Κοκτώ, σκηνικά και κοστούμια του Πικάσο, μουσική του Σατί, χορογραφία του Μασίν και μουσική διεύθυνση του Ανσερμέ) ο Σατί εμφανίστηκε στις πρόβες φέρνοντας στους μουσικούς της ορχήστρας νέες πάρτες με μουσική για το έργο. Άρχισε να τις μοιράζει στους μουσικούς. Ξαφνικά ο φλαουτίστας σηκώθηκε εξαγριωμένος και άρχισε να φωνάζει προς τον Σατί κουνώντας απειλητικά τις σελίδες που πριν λίγο του είχε δώσει ο Σατί: "Καλά, τι είναι αυτό; Για τι με περνάς; Για ηλίθιο;". Η απάντηση του Σατί ήρθε μάλλον ήρεμα: "Όχι, αλλά μπορεί να κάνω και λάθος".