18/10/08

Brahms-Schoenberg: Κουαρτέτο με πιάνο αρ. 1 σε σολ ελάσσονα, op. 25

Η μεγάλη εποχή της ορχήστρας ήταν στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα. Αυτό συνδέθηκε κυρίως με την τεχνική τελειοποίηση των πνευστών οργάνων, βλ. χάλκινα, που μπορούσαν πλέον να ανταποκριθούν στις συνθετικές ιδέες. Η ορχήστρα μεγάλωσε και μπορούσε να υπηρετήσει το υστερορομαντικό ιδεώδες. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η αξία ενός συνθέτη μετριούνταν από την αξία των συμφωνικών του έργων. Τότε γράφτηκαν τα έργα για τις μεγάλες ορχήστρες, τα συμφωνικά ποιήματα του Ρ. Στράους, οι συμφωνίες του Μάλερ και βέβαια τα Γκούρε-Λίντερ του Σαίνμπεργκ. Τότε παρουσιάστηκαν και δύο νέες τάσεις. Η πρώτη ήταν η διόρθωση των ενορχηστρώσεων παλαιότερων συνθετών. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα οι συμφωνίες του Μπετόβεν (περισσότερα γι' αυτό σε μία μελλοντική ανάρτηση), με πλέον ακραία περίπτωση την επανενορχήστρωση όλων των συμφωνιών από τον Μάλερ (κυκλοφορούν από την BIS).

Η δεύτερη τάση - και αυτή που με ενδιαφέρει σήμερα - είναι η ενορχήστρωση έργων που δεν είναι γραμμένα για ορχήστρα. Ξαφνικά αρχίζουν να παρουσιάζονται ενορχηστρώσεις έργων, συνήθως για σόλο όργανο ή μουσικής δωματίου, που απαιτούν τεράστιες ορχήστρες. Για άλλη μια φορά το ρομαντικό ιδεώδες παρουσίαζε τις ακραίες του πλευρές*. Όπως πάντα, υπήρξαν ενορχηστρώσεις που έμειναν στο ρεπερτόριο και άλλες που, ευτυχώς, ξεχάστηκαν. Στην πρώτη κατηγορία η πιο γνωστή περίπτωση είναι η ενορχήστρωση του Ραβέλ στις Εικόνες από μία Έκθεση του Μουσσόργκσκυ - γνωρίζω τουλάχιστον άλλες δύο του ίδιου έργου - και στην δεύτερη κατηγορία θα κατέτασσα με ευκολία την ενορχήστρωση του Στοκόφσκυ της Τοκκάτας και Φούγκας σε ρε ελάσσονα του Ι. Σ. Μπαχ, που ακούγεται στην αρχή της Φαντασίας του Ντίσνεϋ (προσωπικά όχι μόνο δε μου αρέσει, αλλά τη θεωρώ τερατούργημα).

Ένας συνθέτης που ασχολήθηκε με ενορχηστρώσεις παλιότερων έργων είναι ο Σαίνμπεργκ. Ήδη από τα νεαρά του χρόνια ασχολιόνταν με ενορχηστρώσεις, διασκευές και μεταγραφές για πιάνο ορχηστρικών έργων για να βγάζει τα προς το ζην. Ήταν δεδηλωμένος λάτρης της μουσικής του Μπράμς, σε μια περίοδο που η μουσική του τελευταίου δεν ήταν και πολύ trendy στους avant-garde βιεννέζικους κύκλους. Μία αγάπη που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Έτσι όταν το 1937, σε μεγάλη δηλαδή ηλικία, ο Όττο Κλέμπερερ τον προέτρεψε να ενορχηστρώσει κάτι εκείνος διάλεξε με ευκολία το κουαρτέτο με πιάνο αρ. 1 σε σολ ελάσσονα. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε, απάντησε το εξής:

1. Μου αρέσει το κομμάτι.
2. Δεν παίζεται συχνά.
3. Δεν παίζεται καλά, γιατί όσο καλύτερος ο πιανίστας, τόσο πιο δυνατά παίζει, με αποτέλεσμα να μην ακούγονται τα έγχορδα. Ήθελα μια φορά να ακούσω τα πάντα, και αυτό το πέτυχα.
[ΣΣ: αυτό το τελευταίο θα το σχολιάσουμε παρακάτω]
...και όσο για τις προθέσεις του:

1. Να παραμείνω αυστηρά στο στυλ του Μπραμς και να μην πάω πέρα από όσο ο ίδιος θα πήγαινε αν ζούσε σήμερα.
2. Να τηρήσω πιστά όλους τους κανόνες που τηρούσε ο Μπραμς και να μην παραβιάσω κανέναν από αυτούς [τους κανόνες] που είναι γνωστοί σε μουσικούς που εκπαιδεύτηκαν στο περιβάλλον του [Μπραμς].

Η ενορχήστρωση είναι υποδειγματική. Βαθιά ριζωμένη στη γερμανική ενορχηστρωτική παράδοση. Βέβαια η ορχήστρα, ως προς τον αριθμό και το είδος των οργάνων που χρησιμοποιούνται, καμιά σχέση δεν έχει με την ορχήστρα του Μπραμς. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά της συγκεκριμένης ενορχήστρωσης- και κατ' επέκταση των περισσοτέρων ενορχηστρώσεων αυτού του είδους. Ενώ το κομμάτι είναι σαφές πως πρόκειται για Μπραμς, δεν ακούγεται σαν Μπραμς. Αλλά ούτε και σαν Σαίνμπεργκ. Είναι κατασκευής Μπραμς και αγνώστου προέλευσης ηχοχρωματικής επιστρωμάτωσης. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ηχητικά τόσο παραγεμισμένο, όσο δεν το κατάφερε ποτέ του ο ίδιος ο Μπραμς. Είναι αρκετός καιρός που ασχολούμαι με αυτό το κομμάτι και κάθε φορά που ακούω την ενορχηστρωμένη εκδοχή μένω με την απορία. Καταλαβαίνω τους λόγους για τους οποίους το έκανε, αλλά, παρά την πολύ προσεγμένη δουλειά (θα μπορούσε κανείς να διδάξει ακαδημαϊκή ενορχήστρωση από αυτό), προτιμώ να ακούω το πρωτότυπο.

Παρακάτω σας βάζω το πρώτο μέρος του κουαρτέτου με τον Έμιλ Γκίλελς και μέλη του Κουαρτέτου Αμαντέους. (Σε αυτήν την εκτέλεση μπορείτε να ακούσετε ξεκάθαρα τα υπέροχα ηχοχρώματα του Γκίλελς και τις διαβαθμίσεις που πετυχαίνει. Παρεπιπτόντως, ο Γκίλελς θεωρείται από τους καλύτερους ερμηνευτές Μπραμς. Η ηχογράφηση των κονσέρτων για πιάνο του Μπραμς θεωρείται ακόμη και σήμερα η καλύτερη που κυκλοφορεί).


Στους παρακάτω συνδέσμους μπορείτε να ακούσετε ενορχηστρωμένο το πρώτο μέρος: 1a και 1b.
Την συμφωνική ορχήστρα της ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης διευθύνει ο Paavo Jaervi. (Η ανάρτηση των συγκεκριμένων βίντεο δεν επιτρέπεται).


Ανέκδοτα

1. Ο Σαίνμπεργκ θεωρούσε την εργασία του αυτή ως την "5η Συμφωνία" του Μπραμς.

2. Η πρεμιέρα του έργου πραγματοποιηθήκε στις 7 Μαΐου 1938 στο Λος Άντζελες. Τη συμφωνική ορχήστρα της πόλης διηύθυνε ο Όττο Κλέμπερερ. Ο Κλέμπερερ λοιπόν, διηγείται πως κατά τη διάρκεια των δοκιμών τον πλησίασε ο μάνατζερ της ορχήστρας και του είπε: "Δεν καταλαβαίνω γιατί λένε πως ο Σαίνμπεργκ δεν έχει μελωδίες. Αυτό είναι πολύ μελωδικό".

Σύνδεσμοι

Υπάρχουν μερικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη ενορχήστρωση στο Κέντρο Άρνολντ Σαίνμπεργκ (στα γερμανικά). Επισκεφτείτε αυτήν την σελίδα. Θα βρείτε γενικά στοιχεία για το έργο, μπορείτε να ακούσετε όλη την ενορχήστρωση και μετά ακολουθείστε τους συνδέσμους. Περιέχει:
1. μια πολύ καλή ανάλυση του έργου (Einführung),
2. την εισαγωγή σε pdf από τον σχετικό τόμο της κριτικής έκδοσης των απάντων του Σαίνμπεργκ (Einleitung. Εδώ θα διαβάσετε το γράμμα του Σαίνμπεργκ - στα αγγλικά - στον δημοσιογράφο της San Francisco Chronicle, σχετικά με τις προθέσεις του όσον αφορά της ενορχήστρωση),
3. Ενημερωμένη δισκογραφία (Discographie).

Σημειώσεις


*Μην ξεχνάμε και τους πρακτικούς-εμπορικούς λόγους. Ξαφνικά εμφανίστηκαν όλα αυτά τα εξελιγμένα όργανα, οι ορχήστρες θέριευσαν και δεν υπήρχε ρεπερτόριο για αυτό το νέο μέσο. Οι ενορχηστρώσεις κάλυπταν και αυτό το κενό.

3 σχόλια:

mahler76 είπε...

πολύ καλό το άρθρο. Έχω να μάθω πολλά μάλλον διαβάζοντας αυτό το ιστολόγιο.

Rowlf είπε...

Πραγματικά πολύ ωραία ανάρτηση.

Συμπέρασμα:
Κάτω τα χέρια από τον Brahms! (και τον Μπετόβεν).
Ο Schoenberg είναι πραγματικά σπουδαίος και η συμβολή του στη μουσική του 20ου αιώνα είναι αδιαμφισβήτητη αλλά είχε διάφορα κολλήματα σε βαθμό αυτισμού. Εδώ θίγεις ένα από αυτά (ή όπως γράφει στο εγχειρίδιο του καλού μπλοφαδόρου για τη μουσική "ο Schoenberg ήθελε να γράψει μουσική σαν τον Brahms, όμως ανακάλυψε ότι αυτό το είχε κάνει πριν από αυτόν ο Brahms"). Σκεφτόμουν από καιρό να κάνω μια ανάρτηση με θέμα "Μεγαλοπρεπείς ανοησίες σπουδαίων συνθετών". Σε αυτές ο Schoenberg έχει το δικό του σημαντικό μερίδιο (αναζητήστε το κοντσέρτο για κουαρτέτο εγχόρδων και ορχήστρα σε Σι ύφεση και θα καταλάβετε).
Ένα άλλο κόλλημα του Schoenberg που αξίζει να θίξουμε κάποια στιγμή είναι η άρνησή/αδυναμία(;) του να καταλάβει/δεχτεί τις θεωρίες του σημαντικότερου θεωρητικού/στοχαστή της τονικής δυτικής μουσικής, Heinrich Schenker, (ο οποίος βέβαια είχε και από την πλευρά του τα δικά του κολλήματα). Είναι μάλιστα εντυπωσιακό πως η άρνηση αυτή εξαπλώθηκε ως δόγμα σχεδόν στο σύνολο του γερμανόφωνου μουσικού κόσμου και διατηρείται σε ένα βαθμό και στις μέρες μας.

Ο Gilels πάντως είναι απίστευτος, αλλά σύμφωνα με τον Schoenberg δεν πρέπει να είναι και πολύ καλός πιανίστας γιατί η ισορροπία με το τρίο είναι άψογη και ακούγονται τα πάντα.

Θα διαφωνήσω ως προς το συμπέρασμά σου για την ενορχήστρωση και το πόσο υποδειγματική και προσεγμένη είναι. Η παρατήρησή μου είναι η εξής: Διαχωρίζεις την ενορχήστρωση από τη συνθετική διαδικασία το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Γιατί πχ δεν λες το ίδιο για την ενορχήστρωση του Ravel στις Εικόνες από μια Έκθεση; Εκεί ακούμε το ίδιο ευχάριστα και το πρωτότυπο για πιάνο και την εκδοχή για ορχήστρα. Αυτό είναι υποδειγματική και επιτυχημένη ενορχήστρωση. Τα άλλα είναι αυτό που επισημαίνεις: ακαδημαϊκός σχολαστικισμός και όχι τέχνη.

The Schwedisch Chef είπε...

Rowlf, συμφωνώ με την παρατήρησή σου. Ψάξτε την ηχογράφηση του Ροζντεστβένσκυ. Παίρνει τα πιο αργά και κουλά ώρες ώρες τέμπι, αλλά είναι η μοναδική από τις τέσσερεις-πέντε που έχω ακούσει που η ορχήστρα ακούγεται ωραία. Σε όλες τι υπόλοιπες, τα τέμπι πλησιάζουν περισσότερο αυτά ενός συνόλου μουσικής δωματίου, με αποτέλεσμα πολλά μοτίβα, λόγω του μεγάλου ηχητικού όγκου της ορχήστρας, να χάνουν τη διαύγειά τους.