Εδώ και δεκαετίες έχει επικρατήσει μια μουσική μονοκαλλιέργεια. Οι περισσότεροι δεν έχουν έρθει σε επαφή κι έτσι δε μπορούν διαχειριστούν άλλες μουσικές μορφές πέρα από το τραγούδι. Αν τους βάλεις μια μουσική που κρατάει σημαντικά περισσότερο από 3-4 λεπτά (όσο δηλ. είναι η τυπική διάρκεια ενός τραγουδιού) αρχίζουν να δυσφορούν. Ειδικά αν αυτή η μουσική δεν έχει κάποιο κείμενο που να παρακολουθούν και να τους οδηγεί σα μπούσουλας. Ακόμα, η εικόνα, ένα στοιχείο τελείως ξένο με τον ήχο, χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να βοηθήσει (το ρήμα εντός κι εκτός εισαγωγικών) την ακρόαση.
Πιο χαρακτηριστική είναι η όλο και πιο συχνή αντικατάσταση στην καθομιλουμένη των λέξεων "μουσικό κομμάτι" ή "κομμάτι" ή και της ίδιας της λέξης "μουσική" με τη λέξη "τραγούδι". Δεν είναι καθόλου λίγες οι φορές που θυμάμαι ανθρώπους να χρησιμοποιούν τη λέξη τραγούδι για μουσική που δεν τραγουδιόταν και δεν χρησιμοποιούσε τον λόγο ή την ανθρώπινη φωνή. Το τραγούδι είναι το default, οποιαδήποτε άλλη μουσική μορφή δεν είναι παρά κάποιος εξωτικός και υπό εξαφάνιση συγγενής του τραγουδιού.
Πέρα από αυτό κάτι που μου κάνει εντύπωση και βρίσκω ότι είναι ενδεικτικό της μουσικής καλλιέργειας είναι ο τρόπος που οι περισσότεροι μιλούν για τη μουσική (τα τραγούδια) που τους αρέσει/σουν. Ενώ συνήθως τα πράγματα που μας αρέσουν είμαστε σε θέση να τα υπερασπιστούμε, να εξηγήσουμε γιατί μας αρέσουν, ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που μας συγκινούν, όταν φτάνει η ώρα της μουσικής το λεξιλόγιο φτωχαίνει απότομα και επικρατεί γενική μουγγαμάρα. Η συζήτηση και τα “επιχειρήματα” περιορίζονται σε επιφωνήματα και φράσεις που απλώς δείχνουν το βαθμό, την ένταση της συγκίνησης για μια μουσική. “Μ’ αρέσει - δε μ’ αρέσει, τα σπάει, είναι τέλειο, είναι χαζομάρα” κτλ
Αν υπάρχει η ανάγκη να εξηγηθεί καλύτερα η συγκίνηση αυτή, καθώς λείπουν τα κατάλληλα εργαλεία που θα επιτρέψουν να γίνει λόγος για τον ήχο καθαυτό, η συζήτηση στρέφεται αναγκαστικά στους στίχους. Έτσι συχνά παρατηρώ ανθρώπους να προσπαθούν να εξηγήσουν τι τους αρέσει σε ένα τραγούδι προσπαθώντας απλώς να εξηγήσουν τους στίχους. Όμως ένα τραγούδι δεν είναι ποίηση, είναι κατά κύριο λόγο μουσική. Και είμαι σίγουρος ότι σε αυτό που τους συγκινεί η μουσική παίζει τουλάχιστον εξίσου σημαντικό ρόλο, διαφορετικά απλώς θα απαγγέλλανε τους στίχους.
Για την ώρα πάντως η “εξήγηση” των περισσότερων μπροστά στη μουσική συγκίνηση παραμένει στο βρεφικό: “Άκου, άκου, πω πω τι τραγουδάρα, τι μελωδία, τι λέει ο άνθρωπος!”
Δε θυμάμαι τώρα τον τίτλο ή ακριβώς ποια ήταν η υπόθεση της ταινίας ―όσο μπορώ να θυμηθώ ήταν μια χαζοκωμωδία του '80 με τη Bette Midler. Υπήρχε μια χαρακτηριστική σκηνή. Κάποιος που υποδυότανε τον στερεοτυπικό τεξανό καράβλαχο και βρισκόταν σε ένα ξενοδοχείο πολυτελείας όπου από τα ηχεία ακουγόταν κάποια new age παπαριά ρωτούσε: "Αυτό που ακούμε είναι κλασική μουσική, έτσι;" Στο κενό και σνομπ βλέμμα της τύπισας στην οποία είχε απευθύνει την ερώτηση συμπλήρωνε μόνος του με αυτοπεποίθηση: "Το κατάλαβα· δεν έχει στίχους".
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τραγουδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τραγουδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
18/10/10
Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα
Καθώς τα χρόνια περνούσαν και η κατάθλιψη, τα προβλήματα από την κατάχρηση αλκοόλ βάραιναν όλο και περισσότερο πάνω του, η μουσική του Ντμίτρι Σοστακόβιτς γινόταν όλο και πιο σκοτεινή, πιο εσωτερική. Παρά την τονική γλώσσα του συνθέτη αυτή η μουσική κάθε άλλο παρά εύκολα προσβάσιμη είναι. Αντιθέτως μου δίνει την εντύπωση πως είναι επίτηδες κλειστή και δύσκολη γιατί κρύβει μυστικά, πράγματα που πονάνε πολύ ή που είναι πολύ σημαντικά, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι ο συνθέτης δήλωσε ότι στράφηκε στο τέλος προς τη φωνητική μουσική γιατί το κοινό ανταποκρίνεται με μεγαλύτερη ευκολία και αυθορμητισμό όταν υπάρχει κείμενο. Φράση που εξάλλου κρύβει αρκετή πικρία.
Ακούμε τα δυο πρώτα τραγούδια από τον κύκλο 6 Ποιήματα της Μαρίνα Τσβετάγιεβα, έργο 143α. Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για αριστούργημα, έργο που χωρίς κανένα ενδοιασμό τοποθετώ δίπλα στα τραγούδια για νεκρά παιδιά του Γκούσταβ Μάλερ, που όμως ίσως ποτέ δε γίνει εξίσου δημοφιλές με τον κύκλο του Μάλερ εξαιτίας του εσωτερικού, ερμητικού χαρακτήρα του. Η εκτέλεση με τους Wenkel & Haitink/Concertgebouw είναι καλή, αλλά πιστεύω ότι μεγάλες ερμηνείες αυτής της μουσικής δεν έχουν ακόμα υπάρξει (θυμίζω την φράση του Hans Rosbaud, "η σύγχρονη μουσική δεν είναι δύσκολη, είναι απλώς κακοπαιγμένη").
6 Poems of Marina Tsvetaeva, Op.143a, I. My Poems
6 Poems of Marina Tsvetaeva, Op.143a, II. Such tenderness
Ακούμε τα δυο πρώτα τραγούδια από τον κύκλο 6 Ποιήματα της Μαρίνα Τσβετάγιεβα, έργο 143α. Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για αριστούργημα, έργο που χωρίς κανένα ενδοιασμό τοποθετώ δίπλα στα τραγούδια για νεκρά παιδιά του Γκούσταβ Μάλερ, που όμως ίσως ποτέ δε γίνει εξίσου δημοφιλές με τον κύκλο του Μάλερ εξαιτίας του εσωτερικού, ερμητικού χαρακτήρα του. Η εκτέλεση με τους Wenkel & Haitink/Concertgebouw είναι καλή, αλλά πιστεύω ότι μεγάλες ερμηνείες αυτής της μουσικής δεν έχουν ακόμα υπάρξει (θυμίζω την φράση του Hans Rosbaud, "η σύγχρονη μουσική δεν είναι δύσκολη, είναι απλώς κακοπαιγμένη").
6 Poems of Marina Tsvetaeva, Op.143a, I. My Poems
6 Poems of Marina Tsvetaeva, Op.143a, II. Such tenderness
28/11/09
Τραγούδια [4ο μέρος ― Το παλάτι]
Θα μου πείτε δεν είναι τραγούδι και θα έχετε δίκιο. Έτσι κι αλλιώς στις αναρτήσεις αυτές δεν ασχολήθηκα ακριβώς με τραγούδια. Όμως εμένα στην ηχογραφημένη του μορφή που ακολουθεί μου ακούγεται σαν τραγούδι. Είναι ταυτόχρονα αυτοτελές και αποσπασματικό, όπως είναι από τη φύση τους όλα τα τραγούδια, είναι λιτό με ξεκάθαρη μορφή, όπως τα καλογραμμένα τραγούδια και έχει στο επίκεντρο του την ανθρώπινη φωνή ίσως περισσότερο από όσο συνήθως την έχουν τα περισσότερα τραγούδια. Αν η σύγχρονη μουσική καταφέρνει να "τραγουδήσει", το κάνει με έργα όπως "Το παλάτι" του αμερικανού Roger Reynolds που στηρίζεται σε ένα ποίημα του Μπόρχες.
Είναι δύσκολο να κατατάξουμε κάπου συγκεκριμένα τη μουσική του Reynolds ο οποίος κατά τη γνώμη μου είναι ο πιο ενδιαφέρων και σημαντικός συνθέτης που έχουν βγάλει οι αμερικανοί μετά τα, παλιά πια, μεγάλα τους ονόματα της Σχολής της Νέας Υόρκης (Cage, Feldman κτλ). Σε τεχνικό επίπεδο (και πιθανόν λόγω των σπουδών του στη Φυσική) χρησιμοποιεί την πολυπλοκότητα και τα μαθηματικά με ανάλογους τρόπους με αυτούς των Ξενάκη και Ferneyhough, είναι επίσης από τους ελάχιστους συνθέτες που έχουν χρησιμοποιήσει τόσο συστηματικά παρατηρήσεις της Ψυχοακουστικής στη μουσική τους (και από όσα έχω ακούσει είναι ο μόνος που κατάφερε να φτάσει σε ένα τόσο υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο υιοθετώντας τέτοιου είδους παρατηρήσεις) και ένα από τα σημαντικότερα ονόματα στο χώρο της ηλεκτροακουστικής μουσικής. Μια περιγραφή σαν αυτή που μόλις προηγήθηκε προϊδεάζει για μια μουσική αρκετά "στρυφνή" για το μέσο ακροατή, όμως η μουσική του Reynolds πολύ συχνά ακούγεται εξαιρετικά απλή με μια εκφραστική αμεσότητα που μπορεί να αγγίξει ακόμα και τον εντελώς αμύητο. Και μόνον αυτό δεν είναι καθόλου λίγο. Επειδή σε πολλά έργα του χρησιμοποιεί τεχνολογίες αιχμής (για την εποχή τους) που δεν είναι εύκολο πάντα να βρεθούν και να στηθούν (πχ ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με virtual μουσικούς χώρους) δεν είναι καθόλου γνωστός εκτός του μικρού κοινού της σύγχρονης μουσικής.
Επιβλητικό και απόκοσμο, το παλάτι είναι ένα έργο 16 λεπτών για βαρύτονο και ηλεκτρονικά και ανήκει στη σειρά των "Voicespaces" μια σειρά ηλεκτροακουστικών και multimedia κομματιών που επικεντρώνουν στην ανθρώπινη φωνή. Η παρουσίαση του έργου δεν είναι καθαρά "συναυλιακή"· όπως σε πολλά έργα του Reynolds υπάρχουν έντονα θεατρικά ή τελετουργικά στοιχεία (δυστυχώς, ενώ αυτά συμβάλλουν καθοριστικά στην ατμόσφαιρα που επιθυμεί να φτιάξει ο συνθέτης, σε μια ηχογράφηση αυτά χάνονται ― το ότι τα έργα του για πολλούς λόγους, πέραν των εξωμουσικών τους στοιχείων, χάνουν σημαντικά στις ηχογραφήσεις είναι άλλος ένας λόγος που δεν είναι ευρύτερα γνωστός). Τραγουδάει ο Philip Larson για τον οποίο ο Reynolds έχει γράψει αρκετά έργα (εκτός από το τραγούδι και η ηχογραφημένη και ηλεκτρονικά επεξεργασμένη φωνή είναι του Larson). Εδώ θα βρείτε περισσότερες πληροφορίες για το έργο (υπάρχει και το κείμενο του Borges).
Με τον Roger Reynolds βέβαια δε σκοπεύω να ξεμπερδέψω έτσι εύκολα…
Είναι δύσκολο να κατατάξουμε κάπου συγκεκριμένα τη μουσική του Reynolds ο οποίος κατά τη γνώμη μου είναι ο πιο ενδιαφέρων και σημαντικός συνθέτης που έχουν βγάλει οι αμερικανοί μετά τα, παλιά πια, μεγάλα τους ονόματα της Σχολής της Νέας Υόρκης (Cage, Feldman κτλ). Σε τεχνικό επίπεδο (και πιθανόν λόγω των σπουδών του στη Φυσική) χρησιμοποιεί την πολυπλοκότητα και τα μαθηματικά με ανάλογους τρόπους με αυτούς των Ξενάκη και Ferneyhough, είναι επίσης από τους ελάχιστους συνθέτες που έχουν χρησιμοποιήσει τόσο συστηματικά παρατηρήσεις της Ψυχοακουστικής στη μουσική τους (και από όσα έχω ακούσει είναι ο μόνος που κατάφερε να φτάσει σε ένα τόσο υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο υιοθετώντας τέτοιου είδους παρατηρήσεις) και ένα από τα σημαντικότερα ονόματα στο χώρο της ηλεκτροακουστικής μουσικής. Μια περιγραφή σαν αυτή που μόλις προηγήθηκε προϊδεάζει για μια μουσική αρκετά "στρυφνή" για το μέσο ακροατή, όμως η μουσική του Reynolds πολύ συχνά ακούγεται εξαιρετικά απλή με μια εκφραστική αμεσότητα που μπορεί να αγγίξει ακόμα και τον εντελώς αμύητο. Και μόνον αυτό δεν είναι καθόλου λίγο. Επειδή σε πολλά έργα του χρησιμοποιεί τεχνολογίες αιχμής (για την εποχή τους) που δεν είναι εύκολο πάντα να βρεθούν και να στηθούν (πχ ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με virtual μουσικούς χώρους) δεν είναι καθόλου γνωστός εκτός του μικρού κοινού της σύγχρονης μουσικής.
Επιβλητικό και απόκοσμο, το παλάτι είναι ένα έργο 16 λεπτών για βαρύτονο και ηλεκτρονικά και ανήκει στη σειρά των "Voicespaces" μια σειρά ηλεκτροακουστικών και multimedia κομματιών που επικεντρώνουν στην ανθρώπινη φωνή. Η παρουσίαση του έργου δεν είναι καθαρά "συναυλιακή"· όπως σε πολλά έργα του Reynolds υπάρχουν έντονα θεατρικά ή τελετουργικά στοιχεία (δυστυχώς, ενώ αυτά συμβάλλουν καθοριστικά στην ατμόσφαιρα που επιθυμεί να φτιάξει ο συνθέτης, σε μια ηχογράφηση αυτά χάνονται ― το ότι τα έργα του για πολλούς λόγους, πέραν των εξωμουσικών τους στοιχείων, χάνουν σημαντικά στις ηχογραφήσεις είναι άλλος ένας λόγος που δεν είναι ευρύτερα γνωστός). Τραγουδάει ο Philip Larson για τον οποίο ο Reynolds έχει γράψει αρκετά έργα (εκτός από το τραγούδι και η ηχογραφημένη και ηλεκτρονικά επεξεργασμένη φωνή είναι του Larson). Εδώ θα βρείτε περισσότερες πληροφορίες για το έργο (υπάρχει και το κείμενο του Borges).
Με τον Roger Reynolds βέβαια δε σκοπεύω να ξεμπερδέψω έτσι εύκολα…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)