Ένα από τα θέματα με τα οποία ασχολείται η θεωρία της ηλεκτροακουστικής μουσικής έχει να κάνει με τη σχέση της αισθητικής πληροφορίας και της προέλευσης του ήχου, και τους διαφορετικούς τρόπους που αυτές οι έννοιες μπορεί να προσεγγιστούν από έναν ακροατή.
Για παράδειγμα, ο ήχος μιας σταγόνας νερού που στάζει, είναι συνδεδεμένος με πολύ συγκεκριμένες εικόνες και έννοιες. Όχι μόνον αυτό αλλά ακόμα περισσότερο το γεγονός πως όταν ακούμε αυτόν τον ήχο τον αναγνωρίζουμε, αναγνωρίζουμε την προέλευσή του, ξέρουμε τι ακούμε, δε χρειάζεται να μας πει κάποιος τι ήταν, υπάρχει με άλλα λόγια σημασιακή πληροφορία η οποία μάλιστα κυριαρχεί. Aπό τη στιγμή λοιπόν που σε έναν ήχο γίνεται αντιληπτή κάποια σημασιακή πληροφορία (πχ καταλάβουμε ότι ακούμε το φύσημα του αέρα) το συνηθέστερο δεν καθόμαστε να προσέξουμε τις υπόλοιπες ιδιότητες αυτού του ήχου, το μυαλό μας τον έχει αναγνωρίσει, τον έχει τακτοποιήσει και δεν ασχολείται περισσότερο μαζί του.
Το ενδιαφέρον σημαντικού κομματιού της σύγχρονης μουσικής για τους ήχους που προέρχονται από την καθημερινότητά μας ήταν ένα σημείο που δυσκόλευε πάντα το κοινό που πηγαίνοντας σε μια συναυλία προσδοκά να ακούσει “μουσική” όχι “θορύβους, πόρτες, παράθυρα και λοιπά κλαπατσίμπαλα”. Μπορεί ο John Cage καθισμένος δίπλα από το παράθυρό του να έβρισκε πιο ενδιαφέροντες τους ήχους της κίνησης στο δρόμο από μια Συμφωνία του Beethoven ή ο Γιάννης Ξενάκης να εξηγούσε πόσο του άρεσε να παρατηρεί τον ήχο του πλήθους στο γήπεδο αλλά η παρατήρηση της αισθητικής ποιότητας αυτών των ηχητικών γεγονότων δεν είναι κάτι που βρίσκεται στη φύση μας. Πολύ απλά το μυαλό μας από μόνο του δεν ακούει έτσι, δεν εστιάζει εκεί. Πρέπει κανείς να εκπαιδευτεί και να καταβάλει συνειδητή προσπάθεια για να προσέχει αυτά τα πράγματα. Σε αυτό το σημείο εντοπίζονται ταυτόχρονα κάποια από τα δυνατά σημεία αλλά και οι αδυναμίες της avant garde. Από τη μια κατάφερε να υπερβεί κάποια όρια, από την άλλη πάντα θα υπάρχει ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου που είτε δε θα μπορεί είτε δε θα θέλει να ξεπεράσει αυτά τα όρια.
Για παράδειγμα, ο ήχος μιας σταγόνας νερού που στάζει, είναι συνδεδεμένος με πολύ συγκεκριμένες εικόνες και έννοιες. Όχι μόνον αυτό αλλά ακόμα περισσότερο το γεγονός πως όταν ακούμε αυτόν τον ήχο τον αναγνωρίζουμε, αναγνωρίζουμε την προέλευσή του, ξέρουμε τι ακούμε, δε χρειάζεται να μας πει κάποιος τι ήταν, υπάρχει με άλλα λόγια σημασιακή πληροφορία η οποία μάλιστα κυριαρχεί. Aπό τη στιγμή λοιπόν που σε έναν ήχο γίνεται αντιληπτή κάποια σημασιακή πληροφορία (πχ καταλάβουμε ότι ακούμε το φύσημα του αέρα) το συνηθέστερο δεν καθόμαστε να προσέξουμε τις υπόλοιπες ιδιότητες αυτού του ήχου, το μυαλό μας τον έχει αναγνωρίσει, τον έχει τακτοποιήσει και δεν ασχολείται περισσότερο μαζί του.
Το ενδιαφέρον σημαντικού κομματιού της σύγχρονης μουσικής για τους ήχους που προέρχονται από την καθημερινότητά μας ήταν ένα σημείο που δυσκόλευε πάντα το κοινό που πηγαίνοντας σε μια συναυλία προσδοκά να ακούσει “μουσική” όχι “θορύβους, πόρτες, παράθυρα και λοιπά κλαπατσίμπαλα”. Μπορεί ο John Cage καθισμένος δίπλα από το παράθυρό του να έβρισκε πιο ενδιαφέροντες τους ήχους της κίνησης στο δρόμο από μια Συμφωνία του Beethoven ή ο Γιάννης Ξενάκης να εξηγούσε πόσο του άρεσε να παρατηρεί τον ήχο του πλήθους στο γήπεδο αλλά η παρατήρηση της αισθητικής ποιότητας αυτών των ηχητικών γεγονότων δεν είναι κάτι που βρίσκεται στη φύση μας. Πολύ απλά το μυαλό μας από μόνο του δεν ακούει έτσι, δεν εστιάζει εκεί. Πρέπει κανείς να εκπαιδευτεί και να καταβάλει συνειδητή προσπάθεια για να προσέχει αυτά τα πράγματα. Σε αυτό το σημείο εντοπίζονται ταυτόχρονα κάποια από τα δυνατά σημεία αλλά και οι αδυναμίες της avant garde. Από τη μια κατάφερε να υπερβεί κάποια όρια, από την άλλη πάντα θα υπάρχει ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου που είτε δε θα μπορεί είτε δε θα θέλει να ξεπεράσει αυτά τα όρια.
