31/10/10

Το War Requiem ως όπερα

Γιατί ένας άθεος όπως ο Benjamin Britten να γράψει ένα ρέκβιεμ, δηλ. θρησκευτική μουσική;

Υπάρχουν κάποια στοιχεία στο War Requiem που νομίζω ότι εξηγούν πολύ καλά γιατί, πρόκειται επίσης για στοιχεία που αυτή η σημασία τους στην οργάνωση του έργου δεν έχω βρει να επισημαίνεται (από όλους σχεδόν επισημαίνονται τα θεατρικά στοιχεία του έργου, αλλά δεν θυμάμαι να συσχετίζονται αυτά με τις αθεϊστικές αντιλήψεις του συνθέτη).

Το War Requiem ήταν παραγγελία για τα εγκαίνια του καθεδρικού του Κόβεντρι το Μάιο του 1962. Ο ναός είχε υποστεί ζημιές από τους βομβαρδισμούς και μετά από πολύχρονες επισκευές θα ξανάνοιγε. Στο μυαλό του Britten το έργο πήρε πολλές και διαφορετικές διαστάσεις από ένα συνηθισμένο Requiem. Το Requiem είναι αφιερωμένο στους Roger Burney, Piers Dunkerley, David Gill, Michael Halliday, στενούς φίλους του συνθέτη, που σκοτώθηκαν υπηρετώντας το Βρετανικό Ναυτικό κατά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Britten το θεωρούσε "κάλεσμα ειρήνης" και για αυτό προόριζε τους ρόλους των τριών σολίστ (σοπράνο, τενόρο & βαρύτονο) για την Galina Vishnevskaya (σύζυγο του Mstsilav Rostropovich), τον Peter Pears και τον Dietrich Fischer-Dieskau, δηλ. μια Ρωσίδα, έναν Βρετανό κι έναν Γερμανό (τελικά οι Σοβιετικοί δεν δώσανε άδεια στην Vishnevskaya να ταξιδέψει για την πρεμιέρα του έργου, το μέρος της σοπράνο τραγούδησε η Heather Harper).

Το έργο αποδείχτηκε από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Britten, ίση αν όχι μεγαλύτερη από τον Peter Grimes. Ήταν τέτοια η επιτυχία και τόσες οι απανωτές εκτελέσεις του τόσο στη Βρετανία όσο και στο εξωτερικό που ο Igor Stravinsky ενοχλημένος είχε πει: "Αυτές τις μέρες δεν τολμάει κανείς να μιλήσει σε Άγγλους για μουσική, θα του τρίψουν τον Britten στη μούρη"*.

(*μικρή παρέκβαση: στενός συνεργάτης του Stravinsky ήταν ο W.H.Auden, πχ libretto της όπερας Rake's Progress, o Auden επίσης υπήρξε κάτι μεταξύ πνευματικού πατέρα και πυγμαλίωνα για τον Britten, παρότι ο Auden τον είχε ερωτευτεί ο νεαρός (και τελείως άπειρος) τότε Britten δεν ενέδωσε. Η σχέση τους παρέμεινε πλατωνική και τελείωσε άσχημα. Ο Auden έκτοτε δεν έχανε ευκαιρία να βγάζει κάθε είδους μικρότητα. Έτσι έλεγε στον Stravinsky διάφορα ψέμματα για τον Britten: Ο Britten είπε αυτό κι εκείνο για σένα κτλ. Στην πραγματικότητα ο Britten θαύμαζε τον Stravinsky, όμως ο Stravinsky έμεινε να έχει πολύ διαφορετική εντύπωση. Η σύνθετη και δύσκολη σχέση του Auden και του Britten βρίσκεται στο κέντρο του θεατρικού έργου του Alan Bennett, The habit of art, που πρωτοπαρουσιάστηκε πέρισι στο Λονδίνο).

Ο Britten είχε ήδη καθιερωθεί ως συνθέτης όπερας και ο ίδιος μάλλον είχε συνηθίσει πια να αντιμετωπίζει τη μουσική με όρους δραματουργίας. Η μουσική του είχε σταδιακά σχηματίσει ένα ολόκληρο οπλοστάσιο τεχνικών, συμβολισμών και σημείων που του έδιναν τη δυνατότητα να χειρίζεται με μεγάλη ευκολία και ταχύτητα και τα πιο μεγάλα projects (ο Oliver Knussen παρατηρεί ότι ο όγκος και ο ρυθμός παραγωγής του Britten μετά τον Peter Grimes είναι μεγαλύτερος και από αυτόν του Mozart).

Έτσι ο Britten συνηθισμένος να γράφει όπερες και έχοντας κριτική στάση απέναντι στη θρησκεία γράφει το War Requiem όχι σα μουσική μιας θρησκευτικής τελετής αλλά σαν να πρόκειται για ένα περίεργο θέατρο μέσα στο οποίο υπάρχουν διάφορα επίπεδα. Μπορούμε να δούμε το έργο περίπου σα μια σειρά από μετα-αφηγήσεις οι οποίες βρίσκονται η μια μέσα στην άλλη.

Όλα ξεκινούν από τη σύσταση του συνόλου που απαιτείται για την εκτέλεση του Requiem και τον τρόπο που ο συνθέτης τοποθετεί στη σκηνή τους μουσικούς εκτελεστές του. (Έχω παρακολουθήσει εκτελέσεις όπου ίσως για λόγους οικονομίας ή άλλους οι οδηγίες του Britten στην παρτιτούρα σε σχέση με το πως τοποθετείται το σύνολο δεν ακολουθήθηκαν ακριβώς, αυτό που πιθανόν δεν κατάλαβαν ―ή δεν τους ενδιέφερε να δώσουν― σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι έτσι αλλοιώνεται σε σημαντικό βαθμό ο δραματουργικός σχεδιασμός του έργου. Από την άλλη εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει η ταινία του Derek Jarman που λειτουργεί πέρα από τις προθέσεις του συνθέτη ως ένα μουσικό/οπτικό/δραματικό σχόλιο για το έργο του Wilfred Owen βλ. παρακάτω).

Το έργο απαιτεί ένα τεράστιο σύνολο που αποτελείται από τρεις σολίστ (σοπράνο, τενόρο & βαρύτονο), μικτή χορωδία, χορωδία αγοριών (που συνοδεύεται χωριστά από αρμόνιο ―και όχι εκκλησιαστικό όργανο) και δυο ορχήστρες (μια μεγάλη συμφωνική ορχήστρα με εκκλησιαστικό όργανο ―χωριστά από το αρμόνιο που συνοδεύει τη χορωδία των αγοριών― και μια ορχήστρα δωματίου, κάθε μια από τις δυο ορχήστρες έχει το δικό της μαέστρο).

Στο τυπικό κείμενο της Λατινικής Νεκρώσιμης Ακολουθίας ο Britten έχει προσθέσει εμβόλιμα εννέα ποιήματα του Wilfred Owen που διακόπτουν τη ροή του Requiem.

Σε σχέση με τα κείμενα (Λατινική Ακολουθία & ποιήματα) και τη λειτουργία τους μέσα στο έργο έχει σημασία το πως τοποθετεί και τι ρόλο δίνει στα διάφορα μέρη του συνόλου που χρησιμοποιεί. Η διάταξη του συνόλου είναι η εξής:

Στο κέντρο της σκηνής είναι τοποθετημένη η συμφωνική ορχήστρα. Πίσω από αυτήν και μπροστά από το εκκλησιαστικό όργανο βρίσκεται η μικτή χορωδία. Αυτό θα το ονομάσουμε Σύνολο Α. Σε αυτό ανήκει και η σοπράνο. Το διευθύνει ο πρώτος μαέστρος. Το Σύνολο Α είναι ένα τυπικό σύνολο ενός Requiem: ορχήστρα, χορωδία, εκκλησιαστικό όργανο, σολίστ, αρχιμουσικός. Το σύνολο Α παρουσιάζει τη μουσική της Λατινικής Ακολουθίας.

Στην δεξιά άκρη της σκηνής, λίγο πιο μπροστά και κάθετα στη συμφωνική ορχήστρα (σαν να βρίσκεται στη σκιά της και έτσι είναι υπό μια έννοια) είναι τοποθετημένη η μικρή ορχήστρα δωματίου. Το σύνολο διευθύνει ο δεύτερος μαέστρος. Αυτό θα ονομάσουμε Σύνολο Β. Στο Σύνολο Β ανήκουν ο τενόρος και ο βαρύτονος. Το Σύνολο Β διακόπτει το Σύνολο Α για να παρουσιάσει τα ποιήματα του Wilfred Owen.

Στο άλλο άκρο της διαγωνίου από το Σύνολο Β, στο πίσω αριστερό μέρος της σκηνής βρίσκεται, τοποθετημένη διαγώνια, η χορωδία των αγοριών και το αρμόνιο που τη συνοδεύει. Πρόκειται για το Σύνολο Γ. Ο συνθέτης επισημαίνει στην παρτιτούρα ότι το σύνολο αυτό πρέπει να ακούγεται απόμακρο. Η μουσική του δεν ανήκει πουθενά.

Αυτά ορίζει ο συνθέτης στην παρτιτούρα αλλά θα προσέθετα ότι με Κεητζιανούς όρους υπάρχει και ένα Σύνολο Δ στο έργο που συμμετέχει στη δραματουργία του War Requiem χωρίς να το γνωρίζει. Πρόκειται για το ίδιο το κοινό.

Όμως πως συνδέονται δραματουργικά όλα αυτά;

Αυτό που εξελίσσεται είναι η αναπαράσταση μιας θρησκευτικής τελετής στη μνήμη των νεκρών του πολέμου. Το σύνολο Α, οι κληρικοί, το ιερατείο, έχει μαζευτεί και είναι επιφορτισμένο με την διεκπεραίωση αυτής της τελετής. Από κάτω έχει μαζευτεί το Σύνολο Δ, πρόκειται για τους πιστούς που έχουν έρθει για να θρηνήσουν και να αποτίσουν φόρο τιμής στους νεκρούς τους. Όμως έξω από αυτούς, "αόρατο" στα Σύνολα Α & Δ, βρίσκεται το Σύνολο Β, με τον τενόρο και το βαρύτονο. Είναι οι ίδιοι οι νεκροί του πολέμου. Ψυχές, φαντάσματα, που άλλοτε είναι χαμένες στα σκοτάδια τους κι άλλοτε παρακολουθούν τους ζωντανούς (Α & Δ) να προσεύχονται και σχολιάζουν πολύ πικρά όσα συμβαίνουν και όσα έχουν συμβεί. Στο άλλο άκρο πολύ μακρυά από τον σκοτεινό κόσμο των νεκρών βρίσκεται το σύνολο Γ, η χορωδία των αγοριών. Αυτοί είναι οι Άγγελοι, το θεϊκό, υπερφυσικό στοιχείο. Αυτό στο οποίο προσεύχονται και εναποθέτουν τις ελπίδες τους οι ζωντανοί και στο οποίο καθόλου δεν ελπίζουν πια οι νεκροί. Για αυτό ο Britten ζητάει να είναι απόμακρο αυτό το σύνολο. Το Σύνολο Γ βρίσκεται πάνω από όλα αυτά και τα παρακολουθεί, αλλά είναι πολύ, πολύ μακρυά και είναι τελείως ψυχρό (στην ψυχρότητα αυτή συμβάλλει πολύ η χρήση του αρμονίου ως συνοδείας που διαφοροποιεί έντονα την ηχοχρωματική ταυτότητα του συνόλου αυτού ―είναι μονοδιάστατη σαν "ψεύτικη ζωγραφιά" σε αντίθεση με την πολυδιάστατη ορχηστρική των άλλων συνόλων) και δε συγκινείται ούτε συμμετέχει ιδιαίτερα στο δράμα που εξελίσσεται. Μπορεί όλη η τελετή να απευθύνεται σε αυτό, αλλά αυτό μένει ασυγκίνητο. Σα να μην υπάρχει. Ίσα-ίσα διάφορες "επεμβάσεις" του έχουν σαν αποτέλεσμα να εμφανίσουν ανατριχιαστικά περισσότερο κοντόφθαλμους και ανόητους τους ζωντανούς από όσο ήδη τους σχολιάζουν οι νεκροί.

Ο Μπρίττεν αντιμετωπίζει τη θρησκευτική τελετή ως αυτό που ο ίδιος βλέπει ότι είναι: κάτι ψεύτικο. Φτιάχνει λοιπόν μια μουσική/θεατρική παράσταση, μια ιδιότυπη όπερα που έχει ως θέμα της τη θεατρικότητα (και εν μέρει την υποκρισία) μιας θρησκευτικής τελετής.

24/10/10

Leopold!

Μπορεί να λέτε ό,τι θέλετε για τον Stokowski, ο τύπος όμως είναι cult.

To επεισόδιο λέγεται Long-Haired Hare. Το είχα δει στα γεννοφάσκια μου και μου το θύμισε ένας παλίκαρος πρόσφατα. Λίγα λόγια για τον Bugs...


21/10/10

Aβρότητες

Κλασική μουσική σημαίνει πάνω απ' όλα σοβαρότητα κι επίπεδο.


Scat "ological" Songs: Pox on you

18/10/10

Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα

Καθώς τα χρόνια περνούσαν και η κατάθλιψη, τα προβλήματα από την κατάχρηση αλκοόλ βάραιναν όλο και περισσότερο πάνω του, η μουσική του Ντμίτρι Σοστακόβιτς γινόταν όλο και πιο σκοτεινή, πιο εσωτερική. Παρά την τονική γλώσσα του συνθέτη αυτή η μουσική κάθε άλλο παρά εύκολα προσβάσιμη είναι. Αντιθέτως μου δίνει την εντύπωση πως είναι επίτηδες κλειστή και δύσκολη γιατί κρύβει μυστικά, πράγματα που πονάνε πολύ ή που είναι πολύ σημαντικά, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι ο συνθέτης δήλωσε ότι στράφηκε στο τέλος προς τη φωνητική μουσική γιατί το κοινό ανταποκρίνεται με μεγαλύτερη ευκολία και αυθορμητισμό όταν υπάρχει κείμενο. Φράση που εξάλλου κρύβει αρκετή πικρία.

Ακούμε τα δυο πρώτα τραγούδια από τον κύκλο 6 Ποιήματα της Μαρίνα Τσβετάγιεβα, έργο 143α. Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για αριστούργημα, έργο που χωρίς κανένα ενδοιασμό τοποθετώ δίπλα στα τραγούδια για νεκρά παιδιά του Γκούσταβ Μάλερ, που όμως ίσως ποτέ δε γίνει εξίσου δημοφιλές με τον κύκλο του Μάλερ εξαιτίας του εσωτερικού, ερμητικού χαρακτήρα του. Η εκτέλεση με τους Wenkel & Haitink/Concertgebouw είναι καλή, αλλά πιστεύω ότι μεγάλες ερμηνείες αυτής της μουσικής δεν έχουν ακόμα υπάρξει (θυμίζω την φράση του Hans Rosbaud, "η σύγχρονη μουσική δεν είναι δύσκολη, είναι απλώς κακοπαιγμένη").


6 Poems of Marina Tsvetaeva, Op.143a, I. My Poems


6 Poems of Marina Tsvetaeva, Op.143a, II. Such tenderness

10/10/10

Ο chef πέθανε, ζήτω ο chef

Γεια σας μάγκες και μάγκισσες,
αφού μου hackεψαν τον παλιό λογαριασμό, τα φτύσε ο υπολογιστής μου και δούλεψα όλον τον Σεπτέμβριο σα σκύλί σε μια παραγωγή, άνοιξα καινουριο email και σας γράφω από το ολοκαίνουριο macbook μου την παρούσα ανάρτηση. Το macboοk ακόμη δεν το έχω στήσει κανονικά, έχει ακόμη πολύ δουλειά - προσφέρθηκε κι ο Waldorf να μου δώσει μερικά προγράμματα - αλλά φυσάει το άτιμο. Έχω επιτέλους ένα DVD που τρέχει και τα ανεμιστηράκια δεν μου παίρνουν πια τα αυτιά.

Γι' αυτήν την πρώτη ανάρτηση θα αναπληρώσω την έλλειψη των Beecham Stories που παρατηρήθηκε αναγκαστικά τους τελευταίους μήνες. Την ερχόμενη βδομάδα θα γράψω και για τις διαφορές στις εκτελέσεις του Bernstein που χρωστάω από τον Αύγουστο.

Attitudes to composers

Mozart:
He emancipated music from the bonds of a formal age, while remaining the true voice of the 18th century. His new sentiment or emotion, as expressed by a matchless technique, was his supreme gift to the world. That sentiment was an intimacy, a masculine tenderness, unique - something confiding, affectionate.

Beethoven:
The best of Beethoven's music, excepting the first four of his piano concertos, and the third, fourth and sixth symphonies, is second-rate, measured by values set up by Mozart.

Bach:
Too much counterpoint - and what is worse, Protestant counterpoint.

Wagner:
A genius, no doubt; but too often excessively theatrical and emotional. Lohengrin was his only stylish work - the Germans have no idea of style.

Britten:
The only English composer worth while that has emanated from one of our colleges of music.