24/2/10

Έκτακτο παράρτημα: η γνώμη του Βασίλη Ραφαηλίδη

Η συζήτηση στην προηγούμενη ανάρτηση μου θύμισε ένα κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη. Παρά τις επιμέρους ενστάσεις μου, δεν θα σχολιάσω αλλά το παραθέτω ευθύς αμέσως:

Τέχνη μικρή και μεγάλη
Πάρτε το απόφαση: Μία είναι η ουσία, δεν υπάρχει αθανασία, όπως λέει το λαϊκό ασμάτιο. Δυο πόρτες έχει η ζωή, άνοιξα μια και μπήκα, κι ώσπου να 'ρθει το δειλινό, από την άλλη βγήκα, όπως λέει ένα άλλο λαϊκό ασμάτιο, καλύτερο απ' το πρώτο. Λοιπόν, αυτά που τόσο εύκολα καταλαβαίνουν οι ταπεινοί λαϊκοί καλλιτέχνες γιατί δε λεν να τα καταλάβουν και οι λιγότερο λαϊκοί, υποτίθεται; Ψηλά το κεφάλι μελλοθάνατοι, σφυρίξτε κανένα όμορφο λαϊκό τραγουδάκι για να μη φοβάστε όπως τα παιδιά στη νύχτα, και δρόμο για το νεκροταφείο, που κάπου μας περιμένει όλους σε μια στροφή του βίου.
Το εκπληχτικό με τη λεγόμενη "μικρή τέχνη" είναι πως αρνείται να προσφέρει παραμυθίες, κοινώς παραμυθιάσματα, και όταν χρειάζεται γίνεται σκληρή και ανελέητη. Και πιο προσγειωμένη απ' τη λεγόμενη "μεγάλη τέχνη", που αγαπάει πολύ τις παραμυθίες, έτσι που δημιουργεί εύκολα υπαρξιακά άλλοθι. Η μικρή τέχνη μάς βάζει συνέχεια τρικλοποδιές με το χιούμορ της και την έλλειψη σοβαροφάνειας. Εκεί που πήρες φόρα και τραβάς καμαρωτός για τον Παράδεισο σαν φρεσκοσιδερωμένος Αρχιεπίσκοπος, νάσου στη στροφή ο Τσιτσάνης με το λουλά στο χέρι να σου λέει: Όταν καπνίζει ο λουλάς, εσύ δεν πρέπει να μιλάς. Και δε μιλάς για να τον ακούσεις. Και να τραβήξεις και καμιά τζούρα, αν είσαι θεργιακλής. Η μικρή τέχνη δε διστάζει να πει τα σύκα σύκα, και το χασίσι, χασισάκι ― κι οποιουνού του αρέσει.
Τι διάολο, λοιπόν, θέλει ο κεραμοποιός και διακοσμεί το τσουκάλι όπου θα βράσουμε φασόλια; Το διακοσμημένο βάζο και το διακοσμημένο τσουκάλι ανήκουν στη μικρή τέχνη. Και είναι αυτονόητο πως ένα έξοχο κεραμικό του Βαλσαμάκη δε φκιάχτηκε με την πρόθεση να στηθεί δίπλα σ' ένα άγαλμα του Απάρτη. Και η ωραία κυρία, η βαμμένη από δεξιοτέχνη μακιγιέρ, που κι αυτός κάνει μικρή τέχνη, αποκλείεται να στηθεί δίπλα στην Αφροδίτη της Μήλου στο Λούβρο, για να παραστήσει τη ζώσα κόπια ενός μεγάλου πρωτοτύπου.
Τα παραπάνω σημαίνουν πως, όσο κι αν ο Τσιτσάνης είναι "ο Μπαχ της λαϊκής μουσικής", Μπαχ μια φορά δεν είναι ― κι αυτή ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στη μεγάλη και τη μικρή τέχνη. Τα μέτρα με τα οποία μετρούμε τη μικρή είναι εντελώς διαφορετικά απ' τα μέτρα με τα οποία μετρούμε τη μεγάλη, αν και συχνά οι αδαείς, που δε γνωρίζουν πως οι χαρακτηρισμοί μεγάλη και μικρή τέχνη είναι αισθητικοί όροι, έχουν την τάση να χρησιμοποιούν τα μέτρα της μικρής για να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη, ή το αντίστροφο. Κι έτσι, οι απαίδευτοι καταστρέφουν τη μεγάλη για χατίρι της μικρής και οι σνομπ περιφρονούν τη μικρή για να νοιώσουν μεγαλύτεροι απ' το μπόι τους κυκλορώντας αφύσικα μέσα στη μεγάλη, ενώ η θέση τους δεν είναι ούτε στη μικρή.
Πάντως, όποιος μπορεί τα πολλά μπορεί και τα λίγα. Όποιος μπορεί τη μεγάλη τέχνη, μπορεί και τη μικρή. Όποιος μπορεί τον Μπαχ, μπορεί και τον Τσιτσάνη. Όμως, όποιος μπορεί μόνο τον Τσιτσάνη, αποκλείεται να μπορέσει και τον Μπαχ. Το μεγάλο, άλλωστε, είναι δυνατό να εμπεριέχει το μικρό, όπως οι ταπεινές ουγγρικές λαϊκές μελωδίες εμπεριέχονται στο μεγαλειώδες έργο του Μπέλα Μπάρτοκ.
Βασίλης Ραφαηλίδης, Στοιχειώδης Αισθητική

9 σχόλια:

Waldorf είπε...

O μάγειρας μου ζήτησε να μεταφέρω τη συγγνώμη του που δε συμμετέχει στη συζήτηση, αλλά του 'πεσαν πολλά μαγειρέματα και δεν προλαβαίνει.

Rowlf είπε...

Γνωρίζουμε και δεν παρεξηγούμε

saetiger είπε...

Ρε παιδιά, θα τρελαθούμε τελείως. Ποιοι είναι αυτοί που λένε τον Τσιτσάνη Μπαχ και το ρεμπέτικο τζαζ; Δώστε μας κάποια ονόματα να φωτιστούμε κι εμείς που ζούμε στα ξένα και έχουμε μαύρα μεσάνυχτα.

Δεν ήξερα για τον Σεφ (who has too much on his plate) και εννοείται ότι δεν παρεξηγούμε.

Rowlf είπε...

Προς ενημέρωση του φιλοθεάμονος κοινού:

εκτός από τον Τσιτσάνη που είναι ο Μπαχ της λαϊκής μουσικής, ο Καρβέλας είναι ο Έλληνας Μότσαρτ και επίσης ο Κορκολής γράφει κλασική μουσική. Πρέπει να είναι και άλλα που δε μου έρχονται τώρα.

Αυτό με τη τζαζ πάντως το έχω ακούσει και από σοβαρούς ανθρώπους.

Neco73 είπε...

Ήθελα να εκφράσω κάποια πράγμα στην προηγούμενη ανάρτηση, είδα την καινούργια. Θα τα πω εδώ συγκεντρωτικά.

Καταρχήν το ρεμπέτικο για μένα είναι αποδεκτό άκουσμα που έχει όριο. Να ακούσω πολύ ώρα δεν αντέχω. Τζάζ βαριά στο στομάχι μου, δεν μπόρεσα να την αποδεχθώ ποτέ (βίτσια).

Περί ρεμπέτικου τι πιστεύω. Πρώτα από όλα ότι είναι υπερεκτιμημένο είδος. Θα γράψω τους πιθανούς λόγους όπως του αντιλήφθηκα.

Προσωπικά πιστεύω ότι επρόκειτο για έκφραση της μικροαστικής κοινωνίας που δημιουργούταν στις αρχές του 20ου. Συγκεκριμένα εκφράστηκε το "περιθωριοποιημένο μέρος" της μικροαστική τάξης. Το ρεμπέτικο δεν ήταν το μόνο "είδος" που εκφράστηκε η κοινωνία! Μην τρελαθούμε κιόλας! Παρόλα αυτά ήταν αυτό που απέκτησε την μεγαλύτερη διάδοση αργότερα και ειδικά στην μεταπολίτευση.

Προσωπικά πιστεύω ότι υπάρχει η δημοτική και η ευρύτερη λαϊκή μουσική που εκφράζει τα προβλήματα του κόσμου. Και ο Bartok, που αναφέρθηκε, τι έκανε; Μελέτησε συστηματικά την δημοτική και λαϊκή μουσική. Να τονίζω ότι το μέγεθος του Bartok ως μουσικού, μουσικολόγου, συνθέτη και πνεύματος είναι μοναδικό και υπεράνω οποιασδήποτε συγκρίσεως.

Έχουμε λοιπόν μετά Χατζηδάκη και Θεοδωράκη, την αποδοχή και το σεβασμό που κέρδισε το ρεμπέτικο. Που οφειλόταν αυτό: α) Στο (άδικα) "περιθωριακό" μέρος της προσωπικότητάς τους. Το τονίζω μέρος και όχι συνολικά που τόσο εύκολα πέρασε και πούλησε στην συνείδηση μας. β) Το έργο του Bartok στην δημοτική μουσική και η προσέγγιση, ήταν της "μόδας" και πάρα πολύ αξιόλογο (και εξακολουθεί να είναι). Η τακτική των Εθνικών σχολών ξεπεράστηκε και όλοι ήθελαν να παρουσιάζονται ως μουσικοί δημιουργοί στο πνεύμα του Bartok. Εύκολα λέγεται, αλλά η αντίληψη του πνεύματος Bartok, καθιστά αδύνατο να το κάνει ο οποιοσδήποτε, μην πω και κανένας. Η εύκολη λύση στην Ελλάδα, που την εκμεταλλεύτηκαν οι 2 σημαντικοί συνθέτες, ήταν το ρεμπέτικο...

Μια κοινωνιολογική παρατήρηση που θα μπορούσε να γίνει είναι η εξής: Το ρεμπέτικο ήταν η "περιθωριακή" μουσική στην εποχή της δημιουργίας του και λογοκριμένο, από την ευρύτερα αποδεκτή αστική κοινωνία. Αργότερα ήταν η ίδιοι άνθρωποι που το περιθωριοποίησαν (ή οι απόγονοι τους) που το τοποθέτησαν ως μείζον στοιχείο της Ελληνικής κουλτούρα. Αυτό πάντα μου φαινόταν πολύ ύποπτο.

Τα στιχάκια δε, πού είναι πικάντικα και ιδανικά για χαβαλεδισμό (πάρα πολλές φορές έξυπνα επίσης), βρήκαν τρομερή απήχηση και αποδοχή από την γενεά της Μεταπολίτευσης, η οποία ομολογουμένως είχε πολλά σεξουαλικά και όχι μόνο απωθημένα. Αν διαβάσει κάνεις βιβλία συγγραφέων της γενιάς του Πολυτεχνίου και μεταπολίτευσης (Ανδρουλάκης π.χ.) ίσως καταλάβει τι εννοώ.

Τέλος να πω, ότι πριν τον Χατζηδάκη και τον Θεοδωράκη, πρώτος ο Σκαλκώτας πλησίασε το ρεμπέτικο. Χρησιμοποίησε ένα θέμα του Τσιτσάνη στο κονσέρτο για 2 βιολιά που είχε συνθέσει σε μορφή παρτισελ (ανολοκλήρωτο πρόσφατα έγινε απόπειρα ενορχήστρωσης). Δυστυχώς δεν έζησε αρκετά για να μας αφήσει και αυτός την δικιά του εκδοχή (μουσικά και όχι μόνο) για το ρεμπέτικο. Και ο Σκαλκώτας θα ήταν πιο κοντά στο πνεύμα του Bartok από ότι τους 2 και φυσικά απείρως πιο σημαντικός συνθέτης (ασχέτως ύφους) από τους Θεοδωράκη-Χατζηδάκη.

Αυτά εν ολίγοις.

Rowlf είπε...

Neco,

με το ρεμπέτικο πάνω-κάτω τα ίδια με σένα παθαίνω, η τζαζ μου αρέσει πολύ βέβαια αλλά αυτό δε σημαίνει κάτι. Επίσης μου αρέσει πολύ η εμπορική χορευτική μουσική. Αυτό που νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε είναι το να απολαμβάνει ο καθένας τελείως απενοχοποιημένα τη μουσική που του αρέσει.

Τώρα νομίζω ότι οι λόγοι που οι αστοί/μικροαστοί αγκάλιασαν με τη μεσολάβηση του Χατζηδάκη, του Τσαρούχη και άλλων το ρεμπέτικο είναι όχι το ότι τους εξέφραζε όσο αυτό που λέει ο μάγειρας:

Αυτά περί αγνότητας/ αυθεντικότητας τα εφευρίσκουν διάφοροι απογοητευμένοι από τη ζωή τους αστοί, που θεωρούν πως χάσαν την αγνή τους φύση στα γρανάζια της σύγχρονης κοινωνίας και νομίζουν πως την ξανανακαλύψαν στην φαινομενική γι’ αυτούς απλότητα ανθρώπων κατώτερης κοινωνικής τάξης από τη δική τους

Επίσης αν μου επιτρέπεις μια διευκρίνηση σε σχέση με τον Μπάρτοκ (και ο Ραφαηλίδης νομίζω έτσι το εννοεί όταν χρησιμοποιεί το ρήμα εμπεριέχονται): Ο Μπάρτοκ δεν είναι μεγάλος συνθέτης γιατί γιατί χρησιμοποίησε δημοτική μουσική στο έργο του. Δεν τον κάνανε σπουδαίο οι λαϊκές μελωδίες. Είναι έτσι κι αλλιώς μεγάλος συνθέτης. Η παρατήρηση του Ραφαηλίδη πάει με όσα λέει αμέσως πιο πριν ότι ακόμα και ένας μεγάλος συνθέτης (όπως το θέτει, που έκανε μεγάλη τέχνη) συγκινήθηκε από τις λαϊκές μελωδίες τόσο ώστε να τις χρησιμοποιήσει ως υλικό για τη μουσική του.

Νομίζω ότι επίσης συμφωνούμε στο ότι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε το ρεμπέτικο άρχισε να εκφυλίζεται κυρίως μεταπολιτευτικά.

Rowlf είπε...

Με αφορμή το σχόλιο του Neco θα μου επιτρέψετε να μοιραστώ μια παρατήρηση που είχα κάνει σε σχέση με το τι προσωπικά δε μου κάθεται στο ρεμπέτικο.

Ήμουν με παρέα σε ένα ταβερνάκι, όταν καθίσαμε δεν ξέραμε ότι θα είχε κατόπιν και ζωντανή ρεμπέτικη μουσική. Κάποια στιγμή μαζεύτηκαν οι μουσικοί που θα παίζανε, καθίσαν, κούρδισαν κι άρχισαν να παίζουν στην αρχή μάλλον για ζέσταμα χωρίς τραγούδι. Πρώτη φορά ρεμπέτικη μουσική μου άρεσε τόσο. Ο χώρος ήταν μικρός, δεν υπήρχε ενίσχυση και ακούγαμε καθαρό τον ήχο των οργάνων. Έκπληκτος συνέλαβα τον εαυτό μου να απολαμβάνει τη μουσική. Και τότε αρχίσανε να τραγουδάνε. Καταστροφή. Ο ένρινος ήχος του τραγουδιού μας χάλασε όλους τόσο πολύ που μετά από λίγο σηκωθήκαμε και φύγαμε. Μου βγάζει μια καρμιριά, μια μιζέρια, μια κλαψομουνίαση που δεν αντέχω αυτό το ένρινο πράγμα.

The Schwedisch Chef είπε...

Για κάποια ζητήματα που τέθηκαν, απάντησα σε σχόλιο στην προηγούμενη ανάρτηση.

Alex είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.