Γιατί οι διαφημίσεις της Microsoft γίνονται όλο και πιο κουλές;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τσομπανακος ημουνα προβατακια εβοσκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τσομπανακος ημουνα προβατακια εβοσκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
23/2/12
11/10/11
Τάσεις
Βλέπω στο πρόγραμμα του ΜΜΑ τη συναυλία της Καμεράτας με τίτλο "Σύγχρονες Μουσικές Τάσεις από την Αμερική" που σχολιάζεται με τη φράση "Δύο «παραδοσιακοί» αμερικανοί συνθέτες συναντούν δύο σύγχρονους μινιμαλιστές".
Κατόπιν μαθαίνουμε ότι οι "παραδοσιακοί" (sic) συνθέτες είναι ο Samuel Barber και ο George Gershwin ενώ οι "σύγχρονοι μινιμαλιστές" (sic) είναι ο Philip Glass και ο John Adams. Το ότι κάποιος σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το tag "Σύγχρονη Μουσική" σε συναυλία με έργα Barber και Gershwin παραπέμπει στην ελληνική ωδειακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία οτιδήποτε έπεται του ρομαντισμού είναι σύγχρονη μουσική. Το Μέγαρο θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι είναι καλύτερο από τέτοιες ακραία αναχρονιστικές αντιλήψεις αλλά παρά το περιτύλιγμα δεν πείθει στο ελάχιστο.
Δε θα μπω στον κόπο να σχολιάσω πόσο επιτυχημένη είναι η χρήση του επιθέτου "παραδοσιακός" (ακόμα και εντός εισαγωγικών) ως χαρακτηρισμός συνθέτη που ανήκει σε κάποια παράδοση και ας βγάλω στην άκρη τους "παραδοσιακά σύγχρονους" ή "σύγχρονα παραδοσιακούς" Barber και Gershwin. Το βαρύ αμάρτημα είναι το "Σύγχρονες Τάσεις" του τίτλου. Η φράση συνήθως σχετίζεται με ό,τι πιο καινούριο. Το "σύγχρονες τάσεις" υπονοεί μια στροφή που δεν έχει γίνει ακόμα ευρέως αντιληπτή αλλά αρχίζει να διαφαίνεται. Συνθέτες όπως ο Glass και ο Adams δεν είναι νέα φιντάνια που ξετσουτσούνισαν χθες, κοντεύουν να βγουν στη σύνταξη, ό,τι νέο και ουσιαστικό είχαν να δώσουν το έδωσαν δεκαετίες πριν, ανήκουν πια σε αυτό που θα λέγαμε κατεστημένο, είναι οι ίδιοι ―κατά τον χαρακτηρισμό των μουσικολόγων του Μεγάρου― "παραδοσιακοί", είναι ήδη εδώ και πάρα πολύ καιρό μέρος της αμερικανικής παράδοσης. Το να θεωρεί κανείς το Shaker Loops, έργο που γράφτηκε το 1978, δείγμα σύγχρονης μουσικής τάσης, δείχνει (και πάλι) μόνο μια τρομακτικά εκτροχιασμένη αντίληψη του χρόνου.
Ένα τελευταίο. Καταλαβαίνω γιατί οι συντελεστές της συναυλίας επέλεξαν αυτό το ρεπερτόριο από την αμερικανική μουσική του 20ού αιώνα αφού η νοοτροπία τους μου είναι γνώριμη. Αισθάνονται ότι είναι στα μέτρα τους. Είναι τονική μουσική. Αλλά παρότι νομίζουν ότι είναι μουσική που μπορούν να καταφέρουν, μια σοβαρή προσέγγιση της μινιμαλιστικής μουσικής φέρει τη δική της αυστηρή ερμηνευτική παράδοση που τους είναι τελείως ξένη (καθώς βρίσκεται πιο κοντά στα ρεύματα της μουσικής πρωτοπορίας) και δε μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε μερικές πρόβες. Αλλά έτσι κι αλλιώς κρίνοντας από το κείμενο στο site του Μεγάρου κάθε ελπίδα για σοβαρότητα έχει ήδη εξανεμιστεί.
Κατόπιν μαθαίνουμε ότι οι "παραδοσιακοί" (sic) συνθέτες είναι ο Samuel Barber και ο George Gershwin ενώ οι "σύγχρονοι μινιμαλιστές" (sic) είναι ο Philip Glass και ο John Adams. Το ότι κάποιος σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το tag "Σύγχρονη Μουσική" σε συναυλία με έργα Barber και Gershwin παραπέμπει στην ελληνική ωδειακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία οτιδήποτε έπεται του ρομαντισμού είναι σύγχρονη μουσική. Το Μέγαρο θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι είναι καλύτερο από τέτοιες ακραία αναχρονιστικές αντιλήψεις αλλά παρά το περιτύλιγμα δεν πείθει στο ελάχιστο.
Δε θα μπω στον κόπο να σχολιάσω πόσο επιτυχημένη είναι η χρήση του επιθέτου "παραδοσιακός" (ακόμα και εντός εισαγωγικών) ως χαρακτηρισμός συνθέτη που ανήκει σε κάποια παράδοση και ας βγάλω στην άκρη τους "παραδοσιακά σύγχρονους" ή "σύγχρονα παραδοσιακούς" Barber και Gershwin. Το βαρύ αμάρτημα είναι το "Σύγχρονες Τάσεις" του τίτλου. Η φράση συνήθως σχετίζεται με ό,τι πιο καινούριο. Το "σύγχρονες τάσεις" υπονοεί μια στροφή που δεν έχει γίνει ακόμα ευρέως αντιληπτή αλλά αρχίζει να διαφαίνεται. Συνθέτες όπως ο Glass και ο Adams δεν είναι νέα φιντάνια που ξετσουτσούνισαν χθες, κοντεύουν να βγουν στη σύνταξη, ό,τι νέο και ουσιαστικό είχαν να δώσουν το έδωσαν δεκαετίες πριν, ανήκουν πια σε αυτό που θα λέγαμε κατεστημένο, είναι οι ίδιοι ―κατά τον χαρακτηρισμό των μουσικολόγων του Μεγάρου― "παραδοσιακοί", είναι ήδη εδώ και πάρα πολύ καιρό μέρος της αμερικανικής παράδοσης. Το να θεωρεί κανείς το Shaker Loops, έργο που γράφτηκε το 1978, δείγμα σύγχρονης μουσικής τάσης, δείχνει (και πάλι) μόνο μια τρομακτικά εκτροχιασμένη αντίληψη του χρόνου.
Ένα τελευταίο. Καταλαβαίνω γιατί οι συντελεστές της συναυλίας επέλεξαν αυτό το ρεπερτόριο από την αμερικανική μουσική του 20ού αιώνα αφού η νοοτροπία τους μου είναι γνώριμη. Αισθάνονται ότι είναι στα μέτρα τους. Είναι τονική μουσική. Αλλά παρότι νομίζουν ότι είναι μουσική που μπορούν να καταφέρουν, μια σοβαρή προσέγγιση της μινιμαλιστικής μουσικής φέρει τη δική της αυστηρή ερμηνευτική παράδοση που τους είναι τελείως ξένη (καθώς βρίσκεται πιο κοντά στα ρεύματα της μουσικής πρωτοπορίας) και δε μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε μερικές πρόβες. Αλλά έτσι κι αλλιώς κρίνοντας από το κείμενο στο site του Μεγάρου κάθε ελπίδα για σοβαρότητα έχει ήδη εξανεμιστεί.
17/3/10
Το δόγμα Ζντάνοφ ζει, αυτό μας οδηγεί
Αγαπητά παιδιά,
η σημερινή έκθεση έχει ως θέμα τη δήλωση της συντρόφισσας Άννας Νταλάρα:
"Η τέχνη είναι δικαίωμα των πολλών κι όχι των λίγων."
Αναπτύξτε το θέμα.
η σημερινή έκθεση έχει ως θέμα τη δήλωση της συντρόφισσας Άννας Νταλάρα:
"Η τέχνη είναι δικαίωμα των πολλών κι όχι των λίγων."
Αναπτύξτε το θέμα.
1/2/10
Processing auditory complexity
A sequence of events produced according to certain probabilities is a "stochastic process," and a stochastic process in which probabilities are dependent on previous events is a "Markoff process." If music is a Markoff process, uncertainty, information, and meaning will gradually decrease as probability increases. "Systemic uncertainty" inevitably occurs at the beginning of a composition when the norms and probabilities of the piece are being assimilated. When these norms and probabilities have been established, the composer may introduce "designed uncertainty" to combat the tedium of the expected. Designed uncertainty, then, will decrease probability and increase the amount of information provided.
…………
Redundancy is important in music in that it allows a listener's internalized probability system to take over so that he or she may pause to evaluate what has taken place and will take place in a difficult composition. Because of the high level of redundancy in music, we are able to understand incomplete musical events so long as what is omitted is statistically probable. Redundancy also combats noise, whether acoustical (which comes from poor building acoustics, transmission systems, or extramusical sounds) or "cultural" (resulting from the disparities between the habitual responses a piece requires and those actually possessed by a listener).
Renée Cox Lorraine, Music: Tendencies and Inhibitions
29/6/09
Κουσούρια
Λέω να σας ψυχαναγκάσω κομμάτι με ληγμένα πειράματα κάποιων ψυχικά ανάπηρων.(Ε μα θέλει και συζήτηση; αφού κάνει μπαμ: αυτό δεν είναι μουσική, κατάλογος διαταραχών προσωπικότητας είναι)
Ο δε άλλος ο ατάλαντος ήθελε να γίνει ο Duchamp της μουσικής. Την τύφλα του δεν ήξερε, ήθελε να κάνει και μουσική. Κρίμα το παλικάρι.(Μη μου μπερδευτείτε: και τα δυο κομμάτια passive-agressive προσωπικότητες μαρτυρούνε)
Ο δε άλλος ο ατάλαντος ήθελε να γίνει ο Duchamp της μουσικής. Την τύφλα του δεν ήξερε, ήθελε να κάνει και μουσική. Κρίμα το παλικάρι.(Μη μου μπερδευτείτε: και τα δυο κομμάτια passive-agressive προσωπικότητες μαρτυρούνε)
Τι βόδια που πρέπει να είναι οι μουσικοί που δεν τους πήραν πρέφα τι κάλπικοι παράδες που ήταν!
I rest my case.
I rest my case.
------------------
UPDATE: Μετά από παλλαϊκό αίτημα εξαναγκάζομαι να προσθέσω και μια ακόμα αρρωστημένη μουσική (τι να κάνω κι εγώ, είναι που το κοινό θαμπώθηκε έτσι εύκολα)
10/4/09
Ένας Delius δε φέρνει την άνοιξη (;)
Δεν ξέρω τι καιρό κάνει στα μέρη σας αλλά στη Θεσσαλονίκη έχει ήδη κάποιες μέρες που έχει αρχίσει να μυρίζει άνοιξη. Από τη μια η άνοιξη, από την άλλη η προηγούμενη ανάρτηση του Statler για τον Ross Daly θυμήθηκα τον Frederick Delius. O Delius ανήκει μάλλον στους ελάσσονες συνθέτες του ιμπρεσσιονισμού (παλαιότερα τουλάχιστον εκεί τον κατέτασσαν, αν και βρίσκω αρκετά προβληματικό αυτόν το χαρακτηρισμό για τον συγκεκριμένο συνθέτη). Συνήθιζα να λέω (οι γνωστές καφρίλες μου) ότι μετά τον Purcell και μέχρι τον Britten η αγγλική μουσική είχε δυο ειδών συνθέτες τους βουκόλους και τους σκέτους κώλους (σε απλή μετάφραση δεν με πολυενδιαφέρει η αγγλική μουσική όλης αυτής της περιόδου). Εκεί στο γύρισμα του 20ου αιώνα άρχισαν να παίρνουν λίγο μπρος οι Άγγλοι, κάτι ο Gustav Holst και ο Delius, κάτι λίγο αργότερα η Elisabeth Lutyens και ο Britten (ξεχνάω επίτηδες συνθέτες όπως ο Elgar που τον κατατάσσω στη 2η κατηγορία και ο Ralph Vaughan Williams που παρέμεινε τσομπανάκος αν και καθόλα συμπαθής)… Ο Delius που είναι περίπου σύγχρονος του Holst ανήκει μάλλον επίσης στην κατηγορία των βουκόλων, αλλά για διάφορους λόγους μου είναι αρκετά αγαπητός (δείτε πχ τα σχετικά με τα θρησκευτικά/πνευματικά του ενδιαφέροντα). Υπάρχουν ενδιαφέροντα στοιχεία στην ιδιότυπη γραφή του. Μια γραφή όπου οι μελωδικές γραμμές ποτέ δεν δίνουν την εντύπωση "μελωδιών", μάλλον προκύπτουν από τις κατευθύνσεις της αρμονίας ή δίνουν την εντύπωση ενός εξωτερικού περιβλήματος του αρμονικού σώματος, ενός αρμονικού δέρματος, αν θέλετε.
Σας βάζω να ακούσετε το πιο γνωστό του έργο που είναι και ο λόγος που τον θυμήθηκα, το "Ακούγοντας τον πρώτο κούκο την άνοιξη". Την Northern Sinfonia of England διευθύνει ο Richard Hickox, που πέθανε το Νοέμβριο που μας πέρασε και που ήταν από τους καλύτερους μαέστρους σε ερμηνείες έργων του αγγλικού ρεπερτορίου.
Αγαπώ αυτή τη μουσική γιατί δεν είναι κραυγαλέα, δε φωνάζει, δεν επιτίθεται και δεν προσπαθεί να μας επιβληθεί, δε θέλει να εντυπωσιάσει, δεν καμώνεται ότι λέει κάτι σπουδαίο, δεν είναι κάποιο μουσικό μανιφέστο, είναι όμως μια πολύ προσωπική, ξεχωριστή και όμορφη μουσική.
Βέβαια όλα αυτά (και κάποια άλλα που δε θα μπω στον πειρασμό να σχολιάσω συγκεκριμένα γιατί ίσως σκανδαλιστούν πάλι διάφοροι και αυτή τη στιγμή καθόλου δεν έχω όρεξη) με κάνανε να αναλογίζομαι για άλλη μια φορά ένα βασανισμένο και άλυτο θέμα, αυτό της ελληνικής λόγιας (κλασσικής αν θέλετε) μουσικής και της εθνικής μουσικής παράδοσης. Με άλλα λόγια: εθνικής μουσικής σχολής ο λόγος ή γιατί αφού δε μας βγαίνει σε καλό το fusion ορχήστρας με κλαρίνα και λύρες εννοούμε να συνεχίζουμε να το βασανίζουμε το πράγμα; και δεν είναι να πεις ότι δεν έχουν γίνει προσπάθειες. Πάντως εγώ δεν είδα κάτι πετυχημένο. Τόσο ωραία τα βρίσκουν αυτά τα εθνικοπατριωτικά μουσικά εκτρώματα; Μάλλον, αλλιώς δεν εξηγείται γιατί δεν το παίρνουμε απόφαση ότι δε μας κάθεται: και ξανά προς τη λόξα τραβά! (μα πραγματικά μου είναι αδύνατο να καταλάβω γιατί ορισμένοι ― βλέπε κυρίως προς ΕΕΜ μεριά ― θεωρούν τόσο σημαντικό και έχουν μεγάλο άγχος να υπάρχουν έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών που να χρησιμοποιούν ιδιώματα από την παραδοσιακή μουσική. Στο κάτω-κάτω για τις νέες γενιές αυτή η μουσική είναι μουσειακό είδος, δεν είναι κάτι το ζωντανό, κάτι που να τους αφορά, με το ζόρι καραγκούνα δηλαδή;)
Και για να πάρουμε μια ιδέα για το τι είναι πετυχημένο στο συγκεκριμένο θέμα: Ο Akira Nishimura στο δεύτερο κουαρτέτο εγχόρδων του που φέρει τον τίτλο "Pulse of the lights", έργο του 1992, καταφέρνει να συνδυάσει με απόλυτη επιτυχία στοιχεία της ιαπωνικής μουσικής παράδοσης με μια εκπληκτική, πολύ δυνατή, σύγχρονη μουσική γραφή. Το Lotus String Quartet είναι επίσης θαυμάσιο στην ερμηνεία του έργου. Βέβαια άλλη (και νομίζω πιο υγιής) είναι η σχέση των Ιαπώνων με την παράδοσή τους και άλλη η δική μας με το μεγαλέξαντρο και τα ρέστα.
(To πως καταφέρνω να τα ανακατέψω όλα αυτά ― από τον Delius ως τον Nishimura ― σε ένα κείμενο είναι κάτι που πρέπει να το ψάξω, θα μου πείτε είναι και η ώρα τέτοια).
Σας βάζω να ακούσετε το πιο γνωστό του έργο που είναι και ο λόγος που τον θυμήθηκα, το "Ακούγοντας τον πρώτο κούκο την άνοιξη". Την Northern Sinfonia of England διευθύνει ο Richard Hickox, που πέθανε το Νοέμβριο που μας πέρασε και που ήταν από τους καλύτερους μαέστρους σε ερμηνείες έργων του αγγλικού ρεπερτορίου.
Παρατηρήστε πως ο συνθέτης φτιάχνει αυτούς τους μελωδικούς φλοιούς που περιέγραψα: η αρμονία (που δημιουργεί τη συνέχεια της μουσικής) υπάρχει κατά κύριο λόγο στα έγχορδα· (για να είμαι πιο ακριβής: υπάρχουν μελωδικές γραμμές στα έγχορδα αλλά δεν είναι χαρακτηριστικές, αυτό που μας μένει είναι η εντύπωση των αρμονικών όγκων και των μετατοπίσεών τους)· πάνω από αυτά συνήθως έχουμε προβολές σόλο οργάνων με σύντομα μελωδικά σχήματα.
Αγαπώ αυτή τη μουσική γιατί δεν είναι κραυγαλέα, δε φωνάζει, δεν επιτίθεται και δεν προσπαθεί να μας επιβληθεί, δε θέλει να εντυπωσιάσει, δεν καμώνεται ότι λέει κάτι σπουδαίο, δεν είναι κάποιο μουσικό μανιφέστο, είναι όμως μια πολύ προσωπική, ξεχωριστή και όμορφη μουσική.
Βέβαια όλα αυτά (και κάποια άλλα που δε θα μπω στον πειρασμό να σχολιάσω συγκεκριμένα γιατί ίσως σκανδαλιστούν πάλι διάφοροι και αυτή τη στιγμή καθόλου δεν έχω όρεξη) με κάνανε να αναλογίζομαι για άλλη μια φορά ένα βασανισμένο και άλυτο θέμα, αυτό της ελληνικής λόγιας (κλασσικής αν θέλετε) μουσικής και της εθνικής μουσικής παράδοσης. Με άλλα λόγια: εθνικής μουσικής σχολής ο λόγος ή γιατί αφού δε μας βγαίνει σε καλό το fusion ορχήστρας με κλαρίνα και λύρες εννοούμε να συνεχίζουμε να το βασανίζουμε το πράγμα; και δεν είναι να πεις ότι δεν έχουν γίνει προσπάθειες. Πάντως εγώ δεν είδα κάτι πετυχημένο. Τόσο ωραία τα βρίσκουν αυτά τα εθνικοπατριωτικά μουσικά εκτρώματα; Μάλλον, αλλιώς δεν εξηγείται γιατί δεν το παίρνουμε απόφαση ότι δε μας κάθεται: και ξανά προς τη λόξα τραβά! (μα πραγματικά μου είναι αδύνατο να καταλάβω γιατί ορισμένοι ― βλέπε κυρίως προς ΕΕΜ μεριά ― θεωρούν τόσο σημαντικό και έχουν μεγάλο άγχος να υπάρχουν έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών που να χρησιμοποιούν ιδιώματα από την παραδοσιακή μουσική. Στο κάτω-κάτω για τις νέες γενιές αυτή η μουσική είναι μουσειακό είδος, δεν είναι κάτι το ζωντανό, κάτι που να τους αφορά, με το ζόρι καραγκούνα δηλαδή;)
Και για να πάρουμε μια ιδέα για το τι είναι πετυχημένο στο συγκεκριμένο θέμα: Ο Akira Nishimura στο δεύτερο κουαρτέτο εγχόρδων του που φέρει τον τίτλο "Pulse of the lights", έργο του 1992, καταφέρνει να συνδυάσει με απόλυτη επιτυχία στοιχεία της ιαπωνικής μουσικής παράδοσης με μια εκπληκτική, πολύ δυνατή, σύγχρονη μουσική γραφή. Το Lotus String Quartet είναι επίσης θαυμάσιο στην ερμηνεία του έργου. Βέβαια άλλη (και νομίζω πιο υγιής) είναι η σχέση των Ιαπώνων με την παράδοσή τους και άλλη η δική μας με το μεγαλέξαντρο και τα ρέστα.
(To πως καταφέρνω να τα ανακατέψω όλα αυτά ― από τον Delius ως τον Nishimura ― σε ένα κείμενο είναι κάτι που πρέπει να το ψάξω, θα μου πείτε είναι και η ώρα τέτοια).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)