Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καταρα στην πχιοτητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καταρα στην πχιοτητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5/12/11

Oh the quality!

Τι έντεχνο και μαλακίες μου λες τώρα;





(ο συνθέτης, υποθέτω, συνάδελφος της Μανωλίδου)

11/10/11

Τάσεις

Βλέπω στο πρόγραμμα του ΜΜΑ τη συναυλία της Καμεράτας με τίτλο "Σύγχρονες Μουσικές Τάσεις από την Αμερική" που σχολιάζεται με τη φράση "Δύο «παραδοσιακοί» αμερικανοί συνθέτες συναντούν δύο σύγχρονους μινιμαλιστές".

Κατόπιν μαθαίνουμε ότι οι "παραδοσιακοί" (sic) συνθέτες είναι ο Samuel Barber και ο George Gershwin ενώ οι "σύγχρονοι μινιμαλιστές" (sic) είναι ο Philip Glass και ο John Adams. Το ότι κάποιος σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το tag "Σύγχρονη Μουσική" σε συναυλία με έργα Barber και Gershwin παραπέμπει στην ελληνική ωδειακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία οτιδήποτε έπεται του ρομαντισμού είναι σύγχρονη μουσική. Το Μέγαρο θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι είναι καλύτερο από τέτοιες ακραία αναχρονιστικές αντιλήψεις αλλά παρά το περιτύλιγμα δεν πείθει στο ελάχιστο.

Δε θα μπω στον κόπο να σχολιάσω πόσο επιτυχημένη είναι η χρήση του επιθέτου "παραδοσιακός" (ακόμα και εντός εισαγωγικών) ως χαρακτηρισμός συνθέτη που ανήκει σε κάποια παράδοση και ας βγάλω στην άκρη τους "παραδοσιακά σύγχρονους" ή "σύγχρονα παραδοσιακούς" Barber και Gershwin. Το βαρύ αμάρτημα είναι το "Σύγχρονες Τάσεις" του τίτλου. Η φράση συνήθως σχετίζεται με ό,τι πιο καινούριο. Το "σύγχρονες τάσεις" υπονοεί μια στροφή που δεν έχει γίνει ακόμα ευρέως αντιληπτή αλλά αρχίζει να διαφαίνεται. Συνθέτες όπως ο Glass και ο Adams δεν είναι νέα φιντάνια που ξετσουτσούνισαν χθες, κοντεύουν να βγουν στη σύνταξη, ό,τι νέο και ουσιαστικό είχαν να δώσουν το έδωσαν δεκαετίες πριν, ανήκουν πια σε αυτό που θα λέγαμε κατεστημένο, είναι οι ίδιοι ―κατά τον χαρακτηρισμό των μουσικολόγων του Μεγάρου― "παραδοσιακοί", είναι ήδη εδώ και πάρα πολύ καιρό μέρος της αμερικανικής παράδοσης. Το να θεωρεί κανείς το Shaker Loops, έργο που γράφτηκε το 1978, δείγμα σύγχρονης μουσικής τάσης, δείχνει (και πάλι) μόνο μια τρομακτικά εκτροχιασμένη αντίληψη του χρόνου.

Ένα τελευταίο. Καταλαβαίνω γιατί οι συντελεστές της συναυλίας επέλεξαν αυτό το ρεπερτόριο από την αμερικανική μουσική του 20ού αιώνα αφού η νοοτροπία τους μου είναι γνώριμη. Αισθάνονται ότι είναι στα μέτρα τους. Είναι τονική μουσική. Αλλά παρότι νομίζουν ότι είναι μουσική που μπορούν να καταφέρουν, μια σοβαρή προσέγγιση της μινιμαλιστικής μουσικής φέρει τη δική της αυστηρή ερμηνευτική παράδοση που τους είναι τελείως ξένη (καθώς βρίσκεται πιο κοντά στα ρεύματα της μουσικής πρωτοπορίας) και δε μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε μερικές πρόβες. Αλλά έτσι κι αλλιώς κρίνοντας από το κείμενο στο site του Μεγάρου κάθε ελπίδα για σοβαρότητα έχει ήδη εξανεμιστεί.

18/3/11

Φαγούρα

Κάτι ενδεικτικό του επιπέδου κάποιων Ελλήνων μουσικών είναι η στάση τους στην ορχήστρα όταν δεν παίζουν. Αμέτρητες είναι οι φορές που έχει τύχει να παρατηρήσω κάποιον βαριεστημένο τύπο να κρύβεται πίσω από το αναλόγιο, σαν αραγμένο μπάρμπα στο καφενείο του χωριού του με το ένα χέρι ανάμεσα στα σκέλια λες και είναι έτοιμος να αρχίσει να τα ξύνει.

Δίνει την εντύπωση κάποιου που ενδιαφέρεται μόνο για το σημείο όπου γρατζουνάει με το δοξάρι του και μετά δε δίνει δεκάρα τι συμβαίνει, χέστηκε κιόλας. Δεν αντιλαμβάνεται πραγματικά τον εαυτό του ως μέλος ενός συνόλου που παράγει κάτι το οποίο έχει συνέχεια και συνέπεια. Δεν καταλαβαίνει πραγματικά τι κάνει και τι είναι.

23/9/10

Μουσική Διασκέδασης

Η παρέα αποτελούνταν από ανθρώπους της ηλικίας μου. Μόνη εξαίρεση ήταν εκείνη. Μπορεί να ήταν ηλικιωμένη πια, αλλά με την πρώτη ματιά καταλάβαινες πως ήταν ακόμα γεμάτη ενέργεια και πάθος. Η παρουσία της τους είχε μαγνητίσει όλους. Όμως και η ίδια πρέπει να απολάμβανε την προσοχή και το ενδιαφέρον των νεώτερών της. Κάποια στιγμή ο Γιώργος γύρισε και μου ψυθίρισε: "τη θαυμάζω και τη φοβάμαι λίγο· νομίζω ότι μπορεί με ένα μόνο βλέμμα να με διαβάσει σαν ανοιχτό βιβλίο".

Το ξεδίπλωμα της μνήμης της την οδήγησε να διηγηθεί ιστορίες για τον Τσιτσάνη και τη Μπέλλου που τους ήξερε προσωπικά. Κι από εκεί άρχισε να τραγουδάει. Με καημό και εσωτερική ένταση. Η παρέα την ακολούθησε, έπιασαν να σιγοτραγουδούν μαζί της. Μετά τα ρεμπέτικα, θυμήθηκε ηπειρώτικα τραγούδια, ο τόπος καταγωγής της, έπειτα διάφορα τραγούδια του Θεοδωράκη και δε θυμάμαι τι άλλο. Καθόμουν σιωπηλός σε μια γωνιά και παρατηρούσα πόσο πιο όμορφοι γίνονται οι άνθρωποι τέτοιες στιγμές.

Κάποια στιγμή πρόσεξε ότι δεν συμμετείχα και στράφηκε σε μένα. "Είστε κλασικός μουσικός;", ρώτησε. Έγνεψα καταφατικά. "Τι παίζετε;", "Πιάνο", "Και παίζετε μόνο από παρτιτούρα; Πως να πω: εμπειρικά παίζετε; με το αφτί;". Κάθε άλλη απάντηση θα απαιτούσε εξήγηση το μήκος της οποίας θα ξενέρωνε την παρέα κι έτσι απάντησα ένα ξερό "Όχι, μόνο από παρτιτούρα". Όμως εκείνη επέμενε, "Και όταν ακούτε μουσική, τι ακούτε;", "Ακούω κυρίως σύγχρονη μουσική". "Τι εννοείτε;", ρώτησε. Εξήγησα όσο πιο σύντομα μπορούσα ―οι άλλοι είχαν ήδη αρχίσει να κοιτούν περίεργα. "Ναι, αλλά όταν θέλετε να διασκεδάσετε τι μουσική ακούτε;". Την κοίταξα χωρίς να πω τίποτα. Σαν να με είχε διαβάσει απάντησε μόνη της, "Αυτή η μουσική που λέτε είναι η διασκέδασή σας". Έγνεψα ναι. Κοιταχτήκαμε στα μάτια για μερικές στιγμές ακόμα και ύστερα γύρισε στην παρέα. Ήμουν χαμένη περίπτωση, μπορεί το κέφι τους να με έκανε να χαμογελώ με συμπάθεια, αλλά τα τραγούδια τους δεν ήταν ικανά να με διασκεδάσουν.

Ο Μωρίς Ραβέλ έχει πει ότι αυτό που τον ένοιαζε καθώς έγραφε το κοντσέρτο για πιάνο, ήταν να γράψει μουσική που θα διασκεδάσει. Μπορεί η μουσική του να μην οδηγεί τα πλήθη να βαράνε παλαμάκια, να ανέβουν στα τραπέζια και τις πίστες, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν εννοώ έτσι την διασκέδαση. Όσο και αν δεν το καταλαβαίνουν πολλοί εγώ διασκεδάζω με αυτό:


Maurice Ravel: Piano Concerto, II. Adagio assai