Arnold Schoenberg, Opus 11, No. 2 (Drei Klavierstücke)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arnold Schoenberg. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arnold Schoenberg. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
8/11/09
Μεγαλοπρεπείς ανοησίες σπουδαίων συνθετών
Ο Ρομαντισμός κατέληξε για το Γερμανόφωνο κόσμο κάτι σαν εθνική υπόθεση. Οι άλλοι είχαν εθνικές σχολές, Γερμανοί και Αυστριακοί είχαν τον Ρομαντισμό. Η ιδέα της μεγάλης γερμανικής κουλτούρας ενηλικιώθηκε αναθρεμμένη με το ρομαντικό ιδεώδες. Όχι χωρίς παρατράγουδα.
Το πόσο το είχαν πάρει "πατριωτικά" (εντός κι εκτός εισαγωγικών) το θέμα φαίνεται για παράδειγμα από διάφορες εξαιρετικά ατυχείς δηλώσεις του Arnold Schoenberg όπως το ότι το δωδεκάφθογγο "θα εξασφαλίσει την ανωτερότητα της γερμανικής μουσικής για τα επόμενα 100 χρόνια". Εκτός από διάφορα τέτοια χαριτωμένα με τα οποία το μόνο που μπορούμε να κάνουμε πια είναι να χαμογελάμε είχαμε και πιο εντυπωσιακές παρενέργειες.
Ξεκινούμε λοιπόν με το πρωτότυπο:
Georg Friedrich Handel: Concerto grosso in B-dur, op. 6 Nr. 7
την Ακαδημία του Αγίου Μαρτίνου στους Αγρούς διευθύνει η Iona Brown (εντάξει δεν είναι και η τέλεια εκτέλεση αλλά αυτή μου βρίσκεται πρόχειρη)
Πως σας φάνηκε ο Handel;
Του Schoenberg πάντως το κοντσέρτο αυτό φαίνεται ότι δεν του άρεσε καθόλου, δεν το έβρισκε αντάξιο της μεγάλης γερμανικής παράδοσης. Έτσι θεώρησε χρέος του να προχωρήσει σε μια πράξη μουσικού/συνθετικού ρεβιζιονισμού και να διορθώσει τον Handel που κάνει αυτή που είχε παρουσιάσει ο Σουηδός (όπου αποφάσισε "να δώσει στον Brahms τη φωνή που του άξιζε") να μοιάζει με πταισματάκι.
Το αποτέλεσμα αυτής της ανιδιοτελούς και αλτρουιστικής, ανθρωπιστικής θα λέγαμε, καλλιτεχνικής επέμβασης ήταν το Κοντσέρτο για Κουαρτέτο Εγχόρδων και Ορχήστρα. Ας δούμε τι λέει ο ίδιος ο Schoenberg:
Δεν ξέρω πως να αντιδράσω διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, να οργιστώ ή να καγχάσω, διότι η διόρθωση των "Χαιντελικών κουσουριών" με "πραγματική ουσία" κατέληξε στο ακόλουθο έκτρωμα:
Τώρα μάλιστα, είναι τέλειο! Πραγματική Ουσία! Το έσωσες το εργάκι, μεγάλε, και μαζί με αυτό την τιμή της γερμανικής μουσικής.
Τελικά εκτός των άλλων είναι και μεγάλος πρόδρομος του μεταμοντερνισμού ο Αρνόλδος…
Εκεί που το έργο ήταν ένα αξιοπερίεργο που παρουσιαζόταν αραιά και που μόνο και μόνο για λόγους ικανοποίησης της περιέργειας ενός πολύ εξειδικευμένου κοινού, τελευταία έκπληκτος συναντώ με όλο και αυξανόμενη συχνότητα νέες ηχογραφήσεις. Εγώ πάντως σας έβαλα την ηχογράφηση του έργου με το Fred Sherry Quartet και το Twentieth Century Classics Ensemble υπό τη διεύθυνση του Robert Craft (άλλη τρελή περιπτωσάρα κι αυτός), διότι αυτήν ξέρω, αυτήν εμπιστεύομαι.
(Ηθικόν Δίδαγμα: Βλέπεις, μάγειρα, τι κάνει ο πολύς Wagner?)
Το πόσο το είχαν πάρει "πατριωτικά" (εντός κι εκτός εισαγωγικών) το θέμα φαίνεται για παράδειγμα από διάφορες εξαιρετικά ατυχείς δηλώσεις του Arnold Schoenberg όπως το ότι το δωδεκάφθογγο "θα εξασφαλίσει την ανωτερότητα της γερμανικής μουσικής για τα επόμενα 100 χρόνια". Εκτός από διάφορα τέτοια χαριτωμένα με τα οποία το μόνο που μπορούμε να κάνουμε πια είναι να χαμογελάμε είχαμε και πιο εντυπωσιακές παρενέργειες.
Ξεκινούμε λοιπόν με το πρωτότυπο:
Georg Friedrich Handel: Concerto grosso in B-dur, op. 6 Nr. 7
την Ακαδημία του Αγίου Μαρτίνου στους Αγρούς διευθύνει η Iona Brown (εντάξει δεν είναι και η τέλεια εκτέλεση αλλά αυτή μου βρίσκεται πρόχειρη)
Πως σας φάνηκε ο Handel;
Του Schoenberg πάντως το κοντσέρτο αυτό φαίνεται ότι δεν του άρεσε καθόλου, δεν το έβρισκε αντάξιο της μεγάλης γερμανικής παράδοσης. Έτσι θεώρησε χρέος του να προχωρήσει σε μια πράξη μουσικού/συνθετικού ρεβιζιονισμού και να διορθώσει τον Handel που κάνει αυτή που είχε παρουσιάσει ο Σουηδός (όπου αποφάσισε "να δώσει στον Brahms τη φωνή που του άξιζε") να μοιάζει με πταισματάκι.
Το αποτέλεσμα αυτής της ανιδιοτελούς και αλτρουιστικής, ανθρωπιστικής θα λέγαμε, καλλιτεχνικής επέμβασης ήταν το Κοντσέρτο για Κουαρτέτο Εγχόρδων και Ορχήστρα. Ας δούμε τι λέει ο ίδιος ο Schoenberg:
I was mainly intent on removing the defects of the Handelian style. Just as Mozart did with Handel’s Messiah, I have had to get rid of whole handfuls of rosalias and sequences, replacing them with real substance. I also did my best to deal with the other main defect of the Handelian style, which is that the theme is always best when it first appears and grows steadily more insignificant and trivial in the course of the piece.
Δεν ξέρω πως να αντιδράσω διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, να οργιστώ ή να καγχάσω, διότι η διόρθωση των "Χαιντελικών κουσουριών" με "πραγματική ουσία" κατέληξε στο ακόλουθο έκτρωμα:
Τώρα μάλιστα, είναι τέλειο! Πραγματική Ουσία! Το έσωσες το εργάκι, μεγάλε, και μαζί με αυτό την τιμή της γερμανικής μουσικής.
Τελικά εκτός των άλλων είναι και μεγάλος πρόδρομος του μεταμοντερνισμού ο Αρνόλδος…
Εκεί που το έργο ήταν ένα αξιοπερίεργο που παρουσιαζόταν αραιά και που μόνο και μόνο για λόγους ικανοποίησης της περιέργειας ενός πολύ εξειδικευμένου κοινού, τελευταία έκπληκτος συναντώ με όλο και αυξανόμενη συχνότητα νέες ηχογραφήσεις. Εγώ πάντως σας έβαλα την ηχογράφηση του έργου με το Fred Sherry Quartet και το Twentieth Century Classics Ensemble υπό τη διεύθυνση του Robert Craft (άλλη τρελή περιπτωσάρα κι αυτός), διότι αυτήν ξέρω, αυτήν εμπιστεύομαι.
(Ηθικόν Δίδαγμα: Βλέπεις, μάγειρα, τι κάνει ο πολύς Wagner?)
Ετικετες
Κεφτεδακια,
προπαγανδα,
πχιοτητα,
Arnold Schoenberg,
Georg Friedrich Handel
19/10/08
Orchestration vs. Composition
Η προηγούμενη ανάρτηση του chef με έβαλε σε σκέψεις: Γιατί ένας τόσο βαθύς γνώστης της παράδοσης και ειδικότερα της μουσικής του Brahms να αποτυγχάνει να ενορχηστρώσει σωστά τη μουσική αυτή; Το αποτέλεσμα της ενορχήστρωσης του Schoenberg στα αφτιά μου μου δίνει την εντύπωση ενός Brahms on steroids (βασικά αυτό λέει και ο chef αλλά το λέει πιο κομψά, εγώ είμαι λιγότερο ανεκτικός σε αυτά).
Την απάντηση την έδωσα, νομίζω, σε σχόλιό μου στην ανάρτηση του αγαπητού μάγειρα: ο Schoenberg αποτυγχάνει γιατί λειτουργεί (από σεβασμό και δέος) ως απλός ενορχηστρωτής. Ο Maurice Ravel στην υποδειγματική ενορχήστρωσή του στις Εικόνες από μια Έκθεση του Modest Mussorgsky λειτουργεί ως συνθέτης, δεν ενορχηστρώνει απλώς, βιώνει και επανασυνθέτει το έργο. Το αποτέλεσμα είναι εξίσου Ravel όσο και Mussorgsky.
Η ενορχήστρωση δεν είναι από μόνη της τέχνη, είναι τεχνική. Προκειμένου το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα να είναι ικανοποιητικό δεν αρκεί μια μεταγραφή από ένα Α σύνολο οργάνων σε ένα Β απλώς με βάση κάποιους κανόνες. Όσο βαθιά κι αν είναι η γνώση μας στο αντικείμενο, όσο ενδελεχής κι αν είναι η εργασία μας επάνω σε αυτό, δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται η οπτική του δημιουργού, του συνθέτη, που θα λειτουργήσει όχι ως κάποιος που μεταφράζει ή που αναπαλαιώνει αλλά ως κάποιος που γεννάει εκ νέου τη μουσική.
Αυτός είναι και ο λόγος που η ενορχήστρωση του Anton Webern της 6φωνης φούγκας από την Μουσική Προσφορά του J.S. Bach είναι επιτυχημένη και ακούγεται τόσο ευχάριστα. Ο Webern δεν κάνει το λάθος του Schoenberg, δεν επιχειρεί απλά να ενορχηστρώσει τον Bach χρησιμοποιώντας ένα σύνολο που είναι είναι τελείως ξένο προς τη μουσική γλώσσα του Ιωάννη Σεβαστιανού. Επανασυνθέτει ή ―καλύτερα― συνθέτει με αφορμή και υπόστρωμα τον Bach. Μέσω της ενορχήστρωσης και των ηχοχρωματικών προβολών του Webern η συνέχεια των γραμμών του Bach σπάει για να αποκαλύψει μοτιβικά στοιχεία και συσχετισμούς που ενδιαφέρουν τον Webern και που δεν είναι αλλιώς εμφανή. Η αποκρυπτογράφηση μιας προηγουμένως κρυμμένης ομορφιάς. Η ενορχήστρωση ακολουθεί την αισθητική της αυστηρής (υπόδειγμα οικονομίας) και γεμάτης θραύσματα γραφής του Webern: πρόκειται κατά κάποιον τρόπο για ένα σειραϊκό έργο χωρίς σειρές. Το αποτέλεσμα είναι μεγαλοφυές και είναι φυσικά περισσότερο Webern παρά Bach. (Παραβάλετε ―όχι την ενορχήστρωση― την επεξεργασία του Webern στον Bach με αυτή του Adès στον Dowland).
Ακούμε:
Την απάντηση την έδωσα, νομίζω, σε σχόλιό μου στην ανάρτηση του αγαπητού μάγειρα: ο Schoenberg αποτυγχάνει γιατί λειτουργεί (από σεβασμό και δέος) ως απλός ενορχηστρωτής. Ο Maurice Ravel στην υποδειγματική ενορχήστρωσή του στις Εικόνες από μια Έκθεση του Modest Mussorgsky λειτουργεί ως συνθέτης, δεν ενορχηστρώνει απλώς, βιώνει και επανασυνθέτει το έργο. Το αποτέλεσμα είναι εξίσου Ravel όσο και Mussorgsky.
Η ενορχήστρωση δεν είναι από μόνη της τέχνη, είναι τεχνική. Προκειμένου το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα να είναι ικανοποιητικό δεν αρκεί μια μεταγραφή από ένα Α σύνολο οργάνων σε ένα Β απλώς με βάση κάποιους κανόνες. Όσο βαθιά κι αν είναι η γνώση μας στο αντικείμενο, όσο ενδελεχής κι αν είναι η εργασία μας επάνω σε αυτό, δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται η οπτική του δημιουργού, του συνθέτη, που θα λειτουργήσει όχι ως κάποιος που μεταφράζει ή που αναπαλαιώνει αλλά ως κάποιος που γεννάει εκ νέου τη μουσική.
Αυτός είναι και ο λόγος που η ενορχήστρωση του Anton Webern της 6φωνης φούγκας από την Μουσική Προσφορά του J.S. Bach είναι επιτυχημένη και ακούγεται τόσο ευχάριστα. Ο Webern δεν κάνει το λάθος του Schoenberg, δεν επιχειρεί απλά να ενορχηστρώσει τον Bach χρησιμοποιώντας ένα σύνολο που είναι είναι τελείως ξένο προς τη μουσική γλώσσα του Ιωάννη Σεβαστιανού. Επανασυνθέτει ή ―καλύτερα― συνθέτει με αφορμή και υπόστρωμα τον Bach. Μέσω της ενορχήστρωσης και των ηχοχρωματικών προβολών του Webern η συνέχεια των γραμμών του Bach σπάει για να αποκαλύψει μοτιβικά στοιχεία και συσχετισμούς που ενδιαφέρουν τον Webern και που δεν είναι αλλιώς εμφανή. Η αποκρυπτογράφηση μιας προηγουμένως κρυμμένης ομορφιάς. Η ενορχήστρωση ακολουθεί την αισθητική της αυστηρής (υπόδειγμα οικονομίας) και γεμάτης θραύσματα γραφής του Webern: πρόκειται κατά κάποιον τρόπο για ένα σειραϊκό έργο χωρίς σειρές. Το αποτέλεσμα είναι μεγαλοφυές και είναι φυσικά περισσότερο Webern παρά Bach. (Παραβάλετε ―όχι την ενορχήστρωση― την επεξεργασία του Webern στον Bach με αυτή του Adès στον Dowland).
Ακούμε:
- Το πρωτότυπο: Johann Sebastian Bach: Musikalisches Opfer, BWV 1079 — Ricercare a 6. Τσέμπαλο παίζει o Menno van Delft:
- και βεβαίως Bach-Webern: Fuga (Ricercare) a 6 voci aus dem "Musikalischen Opfer". Την Φιλαρμονική της Βιέννης διευθύνει ο Claudio Abbado:
Ετικετες
ενορχηστρωση,
συνθεση,
Anton Webern,
Arnold Schoenberg
18/10/08
Brahms-Schoenberg: Κουαρτέτο με πιάνο αρ. 1 σε σολ ελάσσονα, op. 25
Η μεγάλη εποχή της ορχήστρας ήταν στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα. Αυτό συνδέθηκε κυρίως με την τεχνική τελειοποίηση των πνευστών οργάνων, βλ. χάλκινα, που μπορούσαν πλέον να ανταποκριθούν στις συνθετικές ιδέες. Η ορχήστρα μεγάλωσε και μπορούσε να υπηρετήσει το υστερορομαντικό ιδεώδες. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η αξία ενός συνθέτη μετριούνταν από την αξία των συμφωνικών του έργων. Τότε γράφτηκαν τα έργα για τις μεγάλες ορχήστρες, τα συμφωνικά ποιήματα του Ρ. Στράους, οι συμφωνίες του Μάλερ και βέβαια τα Γκούρε-Λίντερ του Σαίνμπεργκ. Τότε παρουσιάστηκαν και δύο νέες τάσεις. Η πρώτη ήταν η διόρθωση των ενορχηστρώσεων παλαιότερων συνθετών. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα οι συμφωνίες του Μπετόβεν (περισσότερα γι' αυτό σε μία μελλοντική ανάρτηση), με πλέον ακραία περίπτωση την επανενορχήστρωση όλων των συμφωνιών από τον Μάλερ (κυκλοφορούν από την BIS).
Η δεύτερη τάση - και αυτή που με ενδιαφέρει σήμερα - είναι η ενορχήστρωση έργων που δεν είναι γραμμένα για ορχήστρα. Ξαφνικά αρχίζουν να παρουσιάζονται ενορχηστρώσεις έργων, συνήθως για σόλο όργανο ή μουσικής δωματίου, που απαιτούν τεράστιες ορχήστρες. Για άλλη μια φορά το ρομαντικό ιδεώδες παρουσίαζε τις ακραίες του πλευρές*. Όπως πάντα, υπήρξαν ενορχηστρώσεις που έμειναν στο ρεπερτόριο και άλλες που, ευτυχώς, ξεχάστηκαν. Στην πρώτη κατηγορία η πιο γνωστή περίπτωση είναι η ενορχήστρωση του Ραβέλ στις Εικόνες από μία Έκθεση του Μουσσόργκσκυ - γνωρίζω τουλάχιστον άλλες δύο του ίδιου έργου - και στην δεύτερη κατηγορία θα κατέτασσα με ευκολία την ενορχήστρωση του Στοκόφσκυ της Τοκκάτας και Φούγκας σε ρε ελάσσονα του Ι. Σ. Μπαχ, που ακούγεται στην αρχή της Φαντασίας του Ντίσνεϋ (προσωπικά όχι μόνο δε μου αρέσει, αλλά τη θεωρώ τερατούργημα).
Ένας συνθέτης που ασχολήθηκε με ενορχηστρώσεις παλιότερων έργων είναι ο Σαίνμπεργκ. Ήδη από τα νεαρά του χρόνια ασχολιόνταν με ενορχηστρώσεις, διασκευές και μεταγραφές για πιάνο ορχηστρικών έργων για να βγάζει τα προς το ζην. Ήταν δεδηλωμένος λάτρης της μουσικής του Μπράμς, σε μια περίοδο που η μουσική του τελευταίου δεν ήταν και πολύ trendy στους avant-garde βιεννέζικους κύκλους. Μία αγάπη που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Έτσι όταν το 1937, σε μεγάλη δηλαδή ηλικία, ο Όττο Κλέμπερερ τον προέτρεψε να ενορχηστρώσει κάτι εκείνος διάλεξε με ευκολία το κουαρτέτο με πιάνο αρ. 1 σε σολ ελάσσονα. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε, απάντησε το εξής:
...και όσο για τις προθέσεις του:
Η ενορχήστρωση είναι υποδειγματική. Βαθιά ριζωμένη στη γερμανική ενορχηστρωτική παράδοση. Βέβαια η ορχήστρα, ως προς τον αριθμό και το είδος των οργάνων που χρησιμοποιούνται, καμιά σχέση δεν έχει με την ορχήστρα του Μπραμς. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά της συγκεκριμένης ενορχήστρωσης- και κατ' επέκταση των περισσοτέρων ενορχηστρώσεων αυτού του είδους. Ενώ το κομμάτι είναι σαφές πως πρόκειται για Μπραμς, δεν ακούγεται σαν Μπραμς. Αλλά ούτε και σαν Σαίνμπεργκ. Είναι κατασκευής Μπραμς και αγνώστου προέλευσης ηχοχρωματικής επιστρωμάτωσης. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ηχητικά τόσο παραγεμισμένο, όσο δεν το κατάφερε ποτέ του ο ίδιος ο Μπραμς. Είναι αρκετός καιρός που ασχολούμαι με αυτό το κομμάτι και κάθε φορά που ακούω την ενορχηστρωμένη εκδοχή μένω με την απορία. Καταλαβαίνω τους λόγους για τους οποίους το έκανε, αλλά, παρά την πολύ προσεγμένη δουλειά (θα μπορούσε κανείς να διδάξει ακαδημαϊκή ενορχήστρωση από αυτό), προτιμώ να ακούω το πρωτότυπο.
Παρακάτω σας βάζω το πρώτο μέρος του κουαρτέτου με τον Έμιλ Γκίλελς και μέλη του Κουαρτέτου Αμαντέους. (Σε αυτήν την εκτέλεση μπορείτε να ακούσετε ξεκάθαρα τα υπέροχα ηχοχρώματα του Γκίλελς και τις διαβαθμίσεις που πετυχαίνει. Παρεπιπτόντως, ο Γκίλελς θεωρείται από τους καλύτερους ερμηνευτές Μπραμς. Η ηχογράφηση των κονσέρτων για πιάνο του Μπραμς θεωρείται ακόμη και σήμερα η καλύτερη που κυκλοφορεί).
Στους παρακάτω συνδέσμους μπορείτε να ακούσετε ενορχηστρωμένο το πρώτο μέρος: 1a και 1b.
Την συμφωνική ορχήστρα της ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης διευθύνει ο Paavo Jaervi. (Η ανάρτηση των συγκεκριμένων βίντεο δεν επιτρέπεται).
Ανέκδοτα
1. Ο Σαίνμπεργκ θεωρούσε την εργασία του αυτή ως την "5η Συμφωνία" του Μπραμς.
2. Η πρεμιέρα του έργου πραγματοποιηθήκε στις 7 Μαΐου 1938 στο Λος Άντζελες. Τη συμφωνική ορχήστρα της πόλης διηύθυνε ο Όττο Κλέμπερερ. Ο Κλέμπερερ λοιπόν, διηγείται πως κατά τη διάρκεια των δοκιμών τον πλησίασε ο μάνατζερ της ορχήστρας και του είπε: "Δεν καταλαβαίνω γιατί λένε πως ο Σαίνμπεργκ δεν έχει μελωδίες. Αυτό είναι πολύ μελωδικό".
Σύνδεσμοι
Υπάρχουν μερικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη ενορχήστρωση στο Κέντρο Άρνολντ Σαίνμπεργκ (στα γερμανικά). Επισκεφτείτε αυτήν την σελίδα. Θα βρείτε γενικά στοιχεία για το έργο, μπορείτε να ακούσετε όλη την ενορχήστρωση και μετά ακολουθείστε τους συνδέσμους. Περιέχει:
1. μια πολύ καλή ανάλυση του έργου (Einführung),
2. την εισαγωγή σε pdf από τον σχετικό τόμο της κριτικής έκδοσης των απάντων του Σαίνμπεργκ (Einleitung. Εδώ θα διαβάσετε το γράμμα του Σαίνμπεργκ - στα αγγλικά - στον δημοσιογράφο της San Francisco Chronicle, σχετικά με τις προθέσεις του όσον αφορά της ενορχήστρωση),
3. Ενημερωμένη δισκογραφία (Discographie).
Σημειώσεις
*Μην ξεχνάμε και τους πρακτικούς-εμπορικούς λόγους. Ξαφνικά εμφανίστηκαν όλα αυτά τα εξελιγμένα όργανα, οι ορχήστρες θέριευσαν και δεν υπήρχε ρεπερτόριο για αυτό το νέο μέσο. Οι ενορχηστρώσεις κάλυπταν και αυτό το κενό.
Η δεύτερη τάση - και αυτή που με ενδιαφέρει σήμερα - είναι η ενορχήστρωση έργων που δεν είναι γραμμένα για ορχήστρα. Ξαφνικά αρχίζουν να παρουσιάζονται ενορχηστρώσεις έργων, συνήθως για σόλο όργανο ή μουσικής δωματίου, που απαιτούν τεράστιες ορχήστρες. Για άλλη μια φορά το ρομαντικό ιδεώδες παρουσίαζε τις ακραίες του πλευρές*. Όπως πάντα, υπήρξαν ενορχηστρώσεις που έμειναν στο ρεπερτόριο και άλλες που, ευτυχώς, ξεχάστηκαν. Στην πρώτη κατηγορία η πιο γνωστή περίπτωση είναι η ενορχήστρωση του Ραβέλ στις Εικόνες από μία Έκθεση του Μουσσόργκσκυ - γνωρίζω τουλάχιστον άλλες δύο του ίδιου έργου - και στην δεύτερη κατηγορία θα κατέτασσα με ευκολία την ενορχήστρωση του Στοκόφσκυ της Τοκκάτας και Φούγκας σε ρε ελάσσονα του Ι. Σ. Μπαχ, που ακούγεται στην αρχή της Φαντασίας του Ντίσνεϋ (προσωπικά όχι μόνο δε μου αρέσει, αλλά τη θεωρώ τερατούργημα).
Ένας συνθέτης που ασχολήθηκε με ενορχηστρώσεις παλιότερων έργων είναι ο Σαίνμπεργκ. Ήδη από τα νεαρά του χρόνια ασχολιόνταν με ενορχηστρώσεις, διασκευές και μεταγραφές για πιάνο ορχηστρικών έργων για να βγάζει τα προς το ζην. Ήταν δεδηλωμένος λάτρης της μουσικής του Μπράμς, σε μια περίοδο που η μουσική του τελευταίου δεν ήταν και πολύ trendy στους avant-garde βιεννέζικους κύκλους. Μία αγάπη που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Έτσι όταν το 1937, σε μεγάλη δηλαδή ηλικία, ο Όττο Κλέμπερερ τον προέτρεψε να ενορχηστρώσει κάτι εκείνος διάλεξε με ευκολία το κουαρτέτο με πιάνο αρ. 1 σε σολ ελάσσονα. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε, απάντησε το εξής:
[ΣΣ: αυτό το τελευταίο θα το σχολιάσουμε παρακάτω]
1. Μου αρέσει το κομμάτι.
2. Δεν παίζεται συχνά.
3. Δεν παίζεται καλά, γιατί όσο καλύτερος ο πιανίστας, τόσο πιο δυνατά παίζει, με αποτέλεσμα να μην ακούγονται τα έγχορδα. Ήθελα μια φορά να ακούσω τα πάντα, και αυτό το πέτυχα.
...και όσο για τις προθέσεις του:
1. Να παραμείνω αυστηρά στο στυλ του Μπραμς και να μην πάω πέρα από όσο ο ίδιος θα πήγαινε αν ζούσε σήμερα.
2. Να τηρήσω πιστά όλους τους κανόνες που τηρούσε ο Μπραμς και να μην παραβιάσω κανέναν από αυτούς [τους κανόνες] που είναι γνωστοί σε μουσικούς που εκπαιδεύτηκαν στο περιβάλλον του [Μπραμς].
Η ενορχήστρωση είναι υποδειγματική. Βαθιά ριζωμένη στη γερμανική ενορχηστρωτική παράδοση. Βέβαια η ορχήστρα, ως προς τον αριθμό και το είδος των οργάνων που χρησιμοποιούνται, καμιά σχέση δεν έχει με την ορχήστρα του Μπραμς. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά της συγκεκριμένης ενορχήστρωσης- και κατ' επέκταση των περισσοτέρων ενορχηστρώσεων αυτού του είδους. Ενώ το κομμάτι είναι σαφές πως πρόκειται για Μπραμς, δεν ακούγεται σαν Μπραμς. Αλλά ούτε και σαν Σαίνμπεργκ. Είναι κατασκευής Μπραμς και αγνώστου προέλευσης ηχοχρωματικής επιστρωμάτωσης. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ηχητικά τόσο παραγεμισμένο, όσο δεν το κατάφερε ποτέ του ο ίδιος ο Μπραμς. Είναι αρκετός καιρός που ασχολούμαι με αυτό το κομμάτι και κάθε φορά που ακούω την ενορχηστρωμένη εκδοχή μένω με την απορία. Καταλαβαίνω τους λόγους για τους οποίους το έκανε, αλλά, παρά την πολύ προσεγμένη δουλειά (θα μπορούσε κανείς να διδάξει ακαδημαϊκή ενορχήστρωση από αυτό), προτιμώ να ακούω το πρωτότυπο.
Παρακάτω σας βάζω το πρώτο μέρος του κουαρτέτου με τον Έμιλ Γκίλελς και μέλη του Κουαρτέτου Αμαντέους. (Σε αυτήν την εκτέλεση μπορείτε να ακούσετε ξεκάθαρα τα υπέροχα ηχοχρώματα του Γκίλελς και τις διαβαθμίσεις που πετυχαίνει. Παρεπιπτόντως, ο Γκίλελς θεωρείται από τους καλύτερους ερμηνευτές Μπραμς. Η ηχογράφηση των κονσέρτων για πιάνο του Μπραμς θεωρείται ακόμη και σήμερα η καλύτερη που κυκλοφορεί).
Στους παρακάτω συνδέσμους μπορείτε να ακούσετε ενορχηστρωμένο το πρώτο μέρος: 1a και 1b.
Την συμφωνική ορχήστρα της ραδιοφωνίας της Φρανκφούρτης διευθύνει ο Paavo Jaervi. (Η ανάρτηση των συγκεκριμένων βίντεο δεν επιτρέπεται).
Ανέκδοτα
1. Ο Σαίνμπεργκ θεωρούσε την εργασία του αυτή ως την "5η Συμφωνία" του Μπραμς.
2. Η πρεμιέρα του έργου πραγματοποιηθήκε στις 7 Μαΐου 1938 στο Λος Άντζελες. Τη συμφωνική ορχήστρα της πόλης διηύθυνε ο Όττο Κλέμπερερ. Ο Κλέμπερερ λοιπόν, διηγείται πως κατά τη διάρκεια των δοκιμών τον πλησίασε ο μάνατζερ της ορχήστρας και του είπε: "Δεν καταλαβαίνω γιατί λένε πως ο Σαίνμπεργκ δεν έχει μελωδίες. Αυτό είναι πολύ μελωδικό".
Σύνδεσμοι
Υπάρχουν μερικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη ενορχήστρωση στο Κέντρο Άρνολντ Σαίνμπεργκ (στα γερμανικά). Επισκεφτείτε αυτήν την σελίδα. Θα βρείτε γενικά στοιχεία για το έργο, μπορείτε να ακούσετε όλη την ενορχήστρωση και μετά ακολουθείστε τους συνδέσμους. Περιέχει:
1. μια πολύ καλή ανάλυση του έργου (Einführung),
2. την εισαγωγή σε pdf από τον σχετικό τόμο της κριτικής έκδοσης των απάντων του Σαίνμπεργκ (Einleitung. Εδώ θα διαβάσετε το γράμμα του Σαίνμπεργκ - στα αγγλικά - στον δημοσιογράφο της San Francisco Chronicle, σχετικά με τις προθέσεις του όσον αφορά της ενορχήστρωση),
3. Ενημερωμένη δισκογραφία (Discographie).
Σημειώσεις
*Μην ξεχνάμε και τους πρακτικούς-εμπορικούς λόγους. Ξαφνικά εμφανίστηκαν όλα αυτά τα εξελιγμένα όργανα, οι ορχήστρες θέριευσαν και δεν υπήρχε ρεπερτόριο για αυτό το νέο μέσο. Οι ενορχηστρώσεις κάλυπταν και αυτό το κενό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
