Ξεκινώ από την παρατήρηση του αγαπητού μάγειρα:
Γενικά ένα πρόβλημα που έχω με τη μουσική διασκέδασης είναι πως αντιγράφει συνθετικές διαδικασίες που στη λόγια μουσική έχουν εμφανιστεί και ενδεχομένως εγκαταλειφθεί χρόνια έως αιώνες πριν.
Ας πούμε ότι αυτό είναι ένα θανάσιμο αμάρτημα ή ελάττωμα της μουσικής αυτής. Στο λευκό κομμάτι του Jodlowski συμβαίνει το ανάποδο: ο συνθέτης χρησιμοποιεί τεχνική με λούπες που έχει δανειστεί από την εμπορική ηλεκτρονική μουσική, δηλαδή τι; Μπας και πρέπει να βροντοφωνάξουμε: Οποία καλλιτεχνική έκπτωσις! Όχι μόνον αυτό αλλά με τη λογική του chef στην κριτική για το Glam Bucket έχουμε να προσάψουμε στη Série blanche ότι ολόκληρη η εξέλιξη μέχρι την κορύφωση είναι απελπιστικά γραμμική και προβλέψιμη και ότι η αρμονία είναι επίσης στατική και δε μας πάει κάπου. Μήπως δεν πρόκειται για λόγια μουσική; Οι βασικές συνθετικές αρχές δεν διαφέρουν τόσο ανάμεσα στο Glam Bucket και στη Série blanche. Το λευκό κομμάτι βέβαια παρουσιάζει καθώς εξελίσσεται ασύγκριτα μεγαλύτερο βαθμό πολυπλοκότητας. Αρκεί όμως αυτό; (αφού μάλιστα μορφολογικά είναι πολύ απλούστερο από το Glam Bucket)
Η βασική τεχνική της Série blanche είναι ότι υπάρχει μια λούπα που την πρώτη φορά την παρουσιάζει το πιάνο και μετά επαναλαμβάνεται ηχογραφημένα ενώ το πιάνο συνεχίζει με μια καινούρια λούπα, η οποία προστίθεται στην ηχογράφηση κ.ο.κ.
Το γεγονός ότι η μουσική διασκέδασης δανείζεται πράγματα από τη λόγια μουσική δε νομίζω ότι προσφέρεται για να βγάζουμε συμπεράσματα για την αξία της, αν μη τι άλλο και η λόγια μουσική έχει δανειστεί και δανείζεται και θα δανείζεται από άλλα μουσικά είδη από τις εθνικές σχολές και ακόμα παλιότερα, μέχρι το αμερικανικό τρίτο ρεύμα που συνδύασε τζαζ και ατονικό εξπρεσιονισμό, μέχρι σύγχρονους συνθέτες που γράφουν ατονική χορευτική μουσική (σειραϊσμός με μπίτια για να το πω λιγότερο δόκιμα), μέχρι συνεργασίες όπως αυτή του Ξενάκη με τον DJ Spooky σε μεγάλα dance clubs της Νέας Υόρκης.
Παραθέτω και την πρώτη σελίδα της παρτιτούρας για του λόγου το αληθές (κάντε κλικ για full size).
