Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βαμβακαρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βαμβακαρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22/2/10

Δύο κριτικές για το ρεμπέτικο

[Κοινή Ανάρτηση]

Rowlf:
Το ρεμπέτικο με αφήνει παγερά αδιάφορο, οπότε δεν έχω ασχοληθεί και δεν έχω ακούσει περισσότερο από διάφορες περιστάσεις αναγκαστικής ακρόασης (που δυστυχώς για μένα δεν είναι τόσο λίγες όσο θα προτιμούσα). Παρόλα αυτά κάποια σχόλια που κατά καιρούς έχω ακούσει για αυτό από ανθρώπους που υποτίθεται ότι το γνωρίζουν και το μελετάνε με κάνει να αναρωτιέμαι τι ακριβώς καταλαβαίνουν αυτοί.

Ένα τέτοιο σχόλιο πολύ ενδεικτικό του επιπέδου αυτών των "ειδικών" του ρεμπέτικου που μου έκανε αλγεινή εντύπωση είναι ότι το ρεμπέτικο είναι η "ελληνική τζαζ". Αυτό το έχω ακούσει από διάφορους ―υποθέτω ότι πρόκειται για τους ίδιους που λένε κάτι άλλα αντιστοίχως συγκλονιστικά όπως ότι ο Χριστός ήταν κομμουνιστής. Η λογική είναι ότι και τα δυο μουσικά είδη γεννήθηκαν από κοινωνικές ομάδες που ήταν οι παρίες της εποχής τους, πρόκειται για μουσικές που γεννήθηκαν στο περιθώριο. Δυστυχώς για τους θαυμαστές του ρεμπέτικου οι ομοιότητες με τη τζαζ αρχίζουν και τελειώνουν σε αυτή την παρατήρηση.

Το ρεμπέτικο έχει προ πολλού πεθάνει, η τζαζ κάθε άλλο. Αυτό κανονικά αρκεί για να δείξει κανείς την αχανή απόσταση ανάμεσα στα δυο, αλλά ας το αναπτύξω κάπως περισσότερο.

Ας κάνουμε μια σύγκριση: Πόσα είναι τα ρεμπέτικα τραγούδια που ξεχωρίζουν από το σωρό του ρεμπέτικου ρεπερτορίου; Πως συγκρίνεται αυτός ο αριθμός με το αντίστοιχο πρωτοκλασάτο ρεπερτόριο της τζαζ; Ακόμα περισσότερο: όταν μιλάμε για ρεμπέτικο μιλάμε για τραγούδια. Μόνον. Η τζαζ ως είδος έχει δώσει έργα σε πολύ περισσότερες φόρμες, όχι μόνο τραγούδια, αλλά και απόλυτη μουσική. Έχει γραφτεί μουσική με πολύ πιο σύνθετες φόρμες από το απλοϊκότερο τραγούδι. Η γλώσσα και η αισθητική της τζαζ έχει παρουσιάσει μια εκπληκτική εξέλιξη από το ragtime ως τη free jazz ως διάφορα σύγχρονα progressive/πειραματικά ιδιώματά της που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα αντίστοιχα προερχόμενα από την κλασική μουσική (μου έρχεται στο νου τώρα και το θρυλικό στους κόλπους της πειραματικής μουσικής σύνολο ΑΜΜ το οποίο προήλθε από jazz μουσικούς). Τι αντίστοιχη εξέλιξη έχει να επιδείξει το ρεμπέτικο; Το πολύ-πολύ να πάμε στον Καζαντζίδη και την μετεξέλιξη στα σκυλάδικα. Το ρεμπέτικο πέθανε χωρίς να καταφέρει να φτιάξει ένα ενεργό δημιουργικό context, αυτό δηλαδή που ονομάζουμε παράδοση.

Όσοι λοιπόν λένε ότι το ρεμπέτικο είναι η ελληνική τζαζ μάλλον δεν αντιλαμβάνονται την αντίθεση: Το ρεμπέτικο ανήκει στην στατική ανατολή και παρέμεινε μέχρι τέλους μια λαϊκή μουσική. Η τζαζ ξεκίνησε ως είδος λαϊκής μουσικής αλλά μάλλον γρήγορα ξέφυγε από αυτό το στάδιο και έγινε ένας πολύ πιο σύνθετος (λόγιος) μουσικός πολιτισμός, μάλιστα ο τρόπος (δίχως εφησυχασμό, δίχως αισθητικές αγκυλώσεις) και ο ταχύς ρυθμός εξέλιξής της την κατατάσσουν στη δύση.

Marginalia:
Συχνά μέρος αυτού του μεταπολιτευτικού φαντασιακού πολιτιστικού επινοήματος που ονομάζεται έντεχνο τραγούδι κάνει συνδέσεις με το ρεμπέτικο. Δεν ξέρω κατά πόσο υπάρχουν επιρροές, ίσως και να υπάρχουν κάποιες ―πάντως ούτε το πιο ευφάνταστο σενάριο δε θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι πρόκειται για κάποιου είδους συνέχεια του ρεμπέτικου. Συνήθως αυτές οι κούφιες ρητορίες περί σχέσεων με το ρεμπέτικο γίνονται για να υποκλαπεί μέρος της αίγλης που η άμουση μεταπολιτευτική διανόηση της χώρας (τη συνοδεία διάφορων ιδεολογικών εμμονών της) απέδωσε στο ρεμπέτικο (δόξα δι' αντικατοπτρισμού με άλλα λόγια). Βρίσκω χρήσιμο να υπενθυμίσω εδώ ότι το ενδιαφέρον για το ρεμπέτικο σε αυτούς τους κύκλους ξεκίνησε από τον Μάνο Χατζηδάκη. Υποψιάζομαι ότι το ενδιαφέρον του Χατζηδάκη (και του Χριστιανόπουλου και αρκετών άλλων εκείνης της γενιάς) για το ρεμπέτικο ξεκινά ως συμπάθεια για κάτι αντίστοιχα περιθωριακό με την ερωτική του ταυτότητα. Δηλαδή για τον Χατζηδάκη ήταν θέμα εκλεκτικής συγγένειας.



Chef:
Το ρεμπέτικο είναι η πιο αγνή έκφραση του καημού του Έλληνα. Το σεκλέτι, ο πόνος του ξεριζωμού, ο κώδικας του μάγκα, βρίσκουν στο ρεμπέτικο την αμεσότερη αποτύπωσή τους. Το ρεμπέτικο ευτύχησε να υπηρετηθεί από μεγάλες μορφές, όπως ο Βαμβακάρης και ο Τσιτσάνης, μορφές γνήσια λαϊκές που τραγούδησαν στα τραγούδια τους όσο κανείς άλλος τα προβλήματα και τους πόθους του ελληνισμού.

Την προηγούμενη παράγραφο αν τη διαβάζατε οπουδήποτε αλλού, μάλλον δε θα σας προξενούσε καμία εντύπωση. Σε αυτό όμως το ιστολόγιο είναι τουλάχιστον ύποπτη. Όντως. Τις παραπάνω αρλούμπες θα τις συναντήσετε στην μεγάλη πλειοψηφία των κειμένων και μελετών που έχουν εκδοθεί για το ρεμπέτικο στην Ελλάδα. Η σχέση τους με την πραγματικότητα; Ελάχιστη. Έχουν όμως πάρα πολλή σχέση με τους ευσεβείς πόθους και τα συμπλέγματα των κυρίων που γράφουν αυτά τα κείμενα. Θα αναλύσω παρακάτω τους πιο κοινούς από αυτούς. Προσδεθείτε:

Πόθος 1: Ο μύθος της ελληνικότητας.

Μπα; Υπάρχει δείκτης ελληνικότητας στην καλλιτεχνική έκφραση και δεν το ξέραμε; Και το ρεμπέτικο έχει τη μεγαλύτερη βαθμολογία σε αυτήν την κλίμακα; Και όσοι Αρμένιοι γράφανε ρεμπέτικα ήταν Έλληνες και δεν το ξέρανε; Τα τραγούδια του Βαμβακάρη που ήταν καθολικός τι βαθμολογία πετυχαίνουν; Φαντάζομαι όχι τόσο ψηλή όσο τα αντίστοιχα του βλάχου Τσιτσάνη, θα πρέπει να υπάρχουν κάποιοι βαθμοί ποινής. Και η μουσική του Ξενάκη, του Σκαλκώτα, του Χρήστου πόσους πόντους πιάνει;
Αυτά είναι βλακείες. Κανένα είδος μουσικής δεν έχει καπαρώσει την ελληνικότητα για τα προϊόντα του.

Πόθος 2: Αγνό παρθένο μαλλί.

Αυτό είναι βέβαια ένα άλλο γνωστό καπέλο. Και δεν έχει να κάνει με τους ρεμπέτες, αλλά με τους μελετητές. Οι ρεμπέτες ήταν κανονικοί άνθρωποι, αυθεντικοί μέσα στο περιβάλλον τους, το οποίο ήταν σκληρό, αυστηρό και βαθιά συντηρητικό. Αυτά περί αγνότητας/ αυθεντικότητας τα εφευρίσκουν διάφοροι απογοητευμένοι από τη ζωή τους αστοί, που θεωρούν πως χάσαν την αγνή τους φύση στα γρανάζια της σύγχρονης κοινωνίας και νομίζουν πως την ξανανακαλύψαν στην φαινομενική γι’ αυτούς απλότητα ανθρώπων κατώτερης κοινωνικής τάξης από τη δική τους. Αυτή η καραμέλα παίζει αιώνες τώρα. Θέλετε μια γεύση αυθεντικότητας; Ορίστε:

"Είχα μια γκόμενα τότε, τη Σοφία. Μου την είχε κάνει κοπάνα, και ένα βράδυ εγώ και ένας άλλος φαντάρος, αλιποτάχτης κι αυτός, Γιάννης Βασάλος από τα Καμίνια του Πειραιά, μαζί την είχαμε κάνει κοπάνα. Είχε κι αυτός μια γκόμενα, τη Νίτσα, στα Βούρλα, που ήθελε και αυτός να της κάνει ζnμιά, γιατί τα 'χε μπλέξει μ' ένανε αρχιφύλακα του Τμήματος Ηθών. Η δικιά μου τά 'χε μπλέξει μ' έναν κελευτή.
Αλιτάχτες είμαστε, αρματωνόμαστε και πάμε πρώτα στη δικιά μου. Είναι περιπέτεια μεγάλη. Ανεβαίνω στο μπουρντέλο, μόλις με είδε αυτή, κέρωσε. Φαντάρος εγώ, μπουκάρω άφοβα μέσα. Πώς τη μαλαγριάζω και τη φέρνω βόλτα αστραπαίως μπρος σε κάτι αστυνομικούς και κάτι κελευτές και ναύτες. Της δίνω μια μαχαιριά στο αριστερό μάγουλο, και το μαχαίρι βγήκε από το άλλο μέρος ―με τέτοια λύσσα που παραλίγο να της κόψω το κεφάλι. Πηδάω τη σκάλα, μπήζει τις φωνές αυτή. Το αίμα ποτάμι. Τρέχει η αστυνομία, οι ναύτες, να με πιάσουνε".
"Και μια μέρα αποφασίζω να πάω στο μπουρντέλο που είχανε πάει τη Σοφία εκεί για ανάρρωση, γιατί δεν είχε κανένα να την κοιτάξει. Ένα πρωί αποφασίζω και πάω. Μπαίνω στο μπουρντέλο σαν κύριος μέσα. Πάω γραμμή στης Σοφίας το δωμάτιο. Tη βλέπω φασκιωμένη και της δίνανε γάλα με ένα χωνάκι. Μόλις με είδε, μπήζει τα κλάματα. Της λέω: "Δεν έφταιγα, ρε Σοφία, ήμουνα μεθυσμένος, Άλλοι με παρακίνησαν. Από 'δω την έχω, από 'κει την έχω, τη συνεφέρω και της λέω: ―Πάνε τώρα, πέρασαν όλα. Από δω και πέρα θά 'μαστε μαζί όπως πρώτα".

Αυθεντική αυθεντικότητα από το βιβλίο του Μιχάλη Γενίτσαρη “Μάγκας από μικράκι”. Τι έχετε να πείτε τώρα; Μέσ’ στην αγνότητα ένα πράγμα.

Πόθο 3: Πχιοτική μουσική.

Όποτε παρουσιάζεται κάποια συναυλία με ρεμπέτικη μουσική σε κάποιο Μέγαρο Μουσικής οι γνωστοί συντάκτες ξεκινούν να μιλούν για δικαίωση, για αναγνώριση και άλλα τέτοια χαζά. Λες και η αξία της κάθε μουσικής εξαρτάται από τα τούβλα εντός των οποίων ακούγεται. Η αλήθεια είναι πως το πρόβλημα του ρεμπέτικου ξεκίνησε από τα πρώτα του χρόνια. Mια κριτικός της εποχής, η Σοφία Σπανούδη, είχε γράψει για την Παξιμαδοκλέφτρα πως είναι “υπόδειγμα ταπεινού, χυδαίου και γαιώδους κομματιού, που χαμοσέρνει την τέχνην των ήχων στα βρωμερώτερα επίπεδα της σαρκικής μουσικής ρυπαρογραφίας”. Αυτό είναι ενδεικτικό του πώς αντιμετωπίζανε το ρεμπέτικο τότε. [ΣΣ: Ο Τσαρούχης θα αλλάξει αργότερα τη γνώμη της Σπανούδη, η οποία μεταπολεμικά θα γράφει ύμνους για τον Τσιτσάνη.] Επίσης, μην κοιτάτε τώρα που το ρεμπέτικο το θαυμάζουν δεξιοί και αριστεροί, σαν την Κανέλη ένα πράγμα. Όταν πρωτοεμφανίστηκε, οι δεξιοί το κυνηγούσανε ούτως ή άλλως, αφού δεν προερχόταν από την τάξη τους, συντηρητικοί οι ίδιοι βέβαια. Οι αριστεροί από την άλλη απορρίπτανε τους ρεμπέτες γιατί΄δεν είχαν ταξική συνείδηση, ούτε βέβαια θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως με τα τραγούδια τους συμβάλλανε οι ρεμπέτες στην ταξική αφύπνιση. Μόνο πολύ αργότερα, όταν το ρεμπέτικο είχε πεθάνει και μετεξελιχτεί σε λαϊκό το αποδεχτήκανε οι αριστεροί. Όσο για τους δεξιούς, έπρεπε να αρχίσουν να ακούνε στο ρεμπέτικο το μουσικό αντίστοιχο του Παρθενώνα ή τη συνέχεια των ύμνων της Αγια-Σοφιάς για να το αποδεχτούν - έπαιξε βέβαια το ρόλο της και η ομιλία του Χατζιδάκι στο Θέατρο Τέχνης. Ο Χατζιδάκης όμως είχε το μέγεθος να καταλάβει δυο τρία βασικά πράγματα. Το πρώτο, από συνέντευξη στη Δήμητρα Γκουντούνα στην ΕΡΤ 1: “Το ό,τι έγραψε δηλαδή κανείς μια συμφωνία, πάει να πει πως είναι αυτόματα ανώτερη από ένα τραγούδι του Τσιτσάνη!”, όπερ μεθερμηνευόμενον, η ποιότητα της μουσικής είναι ανεξάρτητη τους είδους. Και το δεύτερο σε ανύποπτη στιγμή: “Το ρεμπέτικο έχει πεθάνει. Μετά το ’50 δεν υπαρχει ρεμπέτικο. Το μόνο που μας άφησε είναι καμιά πενηνταριά τραγούδια όλα κι όλα”. Και σημειώνουμε πως το ρεμπέτικο είχε μια παραγωγή κοντά στα 10.000 τραγούδια (υπολογισμός του Ηλία Πετρόπουλου).

Πόθος 4: Κλαιν τα μάρμαρα; Δάκρυσε η εικόνα; Θαύμα.

Να μην ξεχνιόμαστε, όπως κάθετι άλλο, το ρεμπέτικο είναι απευθείας απόγονος της αρχαιοελληνικής μουσικής. Ένταξει, μπορεί οι ρεμπέτες να μην κάθισαν να διαβάσουν Αριστείδη Κοϊντιλλιανό, όμως το αγνό ελληνικό αίμα που έρεε στις φλέβες τους, αρκούσε για να ξεπεραστούν οι όποιες τεχνικές δυσκολίες [ΣΣ: άσχετα αν ρεμπέτες γινόταν μόνο Έλληνες, Τουρκομερίτες, Αρμένιοι και Εβραίοι (είμαι σίγουρος, οι τελευταίοι ήταν εντεταλμένα όργανα του διεθνούς σιωνισμού)]. Βέβαια οι πιθανότητες να έχει σχέση η ρεμπέτικη μουσική με τα χορικά του Αισχύλου είναι τόση, όση και το να ακούμε σήμερα στις εκκλησίες τους ίδιους ύμνους που ψάλλονταν στην Αγια-Σοφιά [ΣΣ: κάτι τέτοια ισχυρίζονται κάτι δικοί μας Βυζαντινολόγοι και στο εξωτερικό δε θέλουν ούτε να τους βλέπουν, ονόματα δε λέμε]. Το ζήτημα είναι αρκετά περίπλοκο και πολύπλευρο, αλλά εμείς ξέρουμε βέβαια καλύτερα, μιας και περπατούμε στην ίδια άσφαλτο που χάραζε με τα πέταλά του ο Βουκεφάλας.

Όπως καταλαβαίνετε, το πρόβλημά μου, δεν είναι με το ρεμπέτικο καθ’ αυτό, αλλά με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται. Το ρεμπέτικο είναι απλώς άλλο ένα είδος μουσικής. Και όπως σε κάθε είδος γράφτηκαν και χαζομάρες και αριστουργήματα. Ο καθένας μπορεί να ακούει ό,τι του αρέσει. Με γεια του με χαρά του. Αλλά αυτές οι αγιογραφίες του ρεμπέτικου δεν αντέχονται με τίποτα. Το ρεμπέτικο μέχρι τώρα το μελέτησαν και το διέσωσαν με πολύ μεράκι άνθρωποι κυρίως ερασιτέχνες - και συνήθως δεν ήταν μουσικοί οι ίδιοι. Είμαστε ευγνώμονες, αλλά δυστυχώς στα κείμενα τους γράφουν όπως ανέφερα στην αρχή του δικού μου μέρους περισσότερο για τον εαυτό τους και λιγότερο για τη μουσική εν προκειμένω. Και με τον γνωστό τρόπο αυτό πολλαπλασιάστηκε, μια και όλοι αυτοί οι πόθοι αναφέρονται στα συλλογικά μας απωθημένα. Άντε, καιρός να τελειώνουμε με όλα αυτά.

Update:

Saetiger ζήτησε, saetiger έλαβε: