6/4/11

Απίστευτο κι όμως αληθινό

Από το klassik.de:

Paris, 01.04.2011. Vertraut man dem Ergebniss einer internationalen Studie, sind Bratscher die mit Abstand intelligentesten Musiker. Diese Annahme legt eine Untersuchung nahe, die über einen Zeitraum von drei Jahren vom Pariser Institut für Musikpsychologie in 20 verschiedenen Ländern mit 50 Orchestern durchgeführt wurde. Neben dem sprachlichen, rechnerischen und räumlichen Denken befand sich dabei auch die musikalische Intelligenz auf dem Prüfstand. Es stellte sich heraus, dass unter den Bratschern nahezu sämtliche Fähigkeiten am stärksten ausgeprägt sind. In einem Interview sagte der Leiter der Studie, Henri Mavignier, besonders habe ihm bei den Bratschern die Fähigkeit imponiert, Melodien, Rhythmen und Klangfarben zu unterscheiden.
Unterdessen erwägt der Internationale Verband der Triangelspieler (IVT) gegen das Ergebnis, demzufolge die Triangelspieler in Sachen Intelligenz am schlechtesten abschneiden, Klage zu erheben. An der Studie beteiligt hatten sich unter anderem renommierte Klangkörper wie das Chicago Symphony Orchestra, das Orchestre de Paris, das London Symphony Orchestra sowie die Wiener und Berliner Philharmoniker.

και η μετάφραση:


Παρίσι, 01/04/2011. Αν πιστέψουμε ότι τα αποτελέσματα μιας διεθνούς μελέτης, οι σολίστ βιόλας είναι με διαφορά οι πιο έξυπνοι μουσικοί. Αυτό δείχνει μια μελέτη που διεξήχθη σε μια περίοδο τριών ετών από το Ινστιτούτο Μουσικής Ψυχολογίας του Παρισιού σε 20 χώρες με 50 διαφορετικές ορχήστρες. Εκτός από τη γλωσσική, μαθηματική και χωρική σκέψη, σε δοκιμασία ήταν και η μουσική ευφυΐα. Αποδείχθηκε ότι μεταξύ των violists σχεδόν όλες οι δυνατότητες ήταν πιο ανεπτυγμένες. Σε μια συνέντευξη, δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης, Henri Mavignier, πως τον έχει εντυπωσιάσει ιδιαίτερα η ικανότητα των σολίστ βιόλας να διακρίνουν μελωδίες, ρυθμούς και ηχοχρώματα.
Εν τω μεταξύ, η Διεθνής Ομοσπονδία Παικτών Τριγώνου, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα, σύμφωνα με το οποίο τα μέλη της έρχονται τελευταία στην κατάταξη, αποφάσισε να υποβάλλει μηνύσεις. Στη μελέτη συμμετείχαν διάσημες ορχήστρες όπως η Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγο, η Ορχήστρα του Παρισιού, η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου και οι Φιλαρμονικές της Βιέννης και του Βερολίνου.

Σημειολογία Λολίτας



Στο μυαλό των περισσότερων το τραγούδι του Cole Porter My heart belongs to daddy έχει το σχήμα που του έδωσε η Marilyn Monroe στο Let's make love. Έτσι, όταν άκουσα την εκδοχή του τραγουδιού όπως φτιάχτηκε για να το τραγουδήσει η Dee Dee Bridgewater, ενθουσιάστηκα. Όχι επειδή ενορχηστρώθηκε για "κλασική" ορχήστρα, με ενθουσίασε η σημειολογία της μουσικής έκφρασης αυτής της εκδοχής.


Η κυρίαρχη διαφορά από την εκτέλεση της Monroe βρίσκεται στο ρυθμό και το tempo. Το tempo είναι πιο αργό, νωχελικό, πιο κουρασμένο, o ρυθμός έχει αντιστοίχως λειανθεί, μαζί με κάθε έντονη αντίθεση και τονισμό· εδώ το παιχνίδι παίζεται στις λεπτομέρειες. Παράλληλα με το ρυθμό η ενορχήστρωση συμβάλλει σε αυτό το ιδιαίτερα nuanced (θα μου συγχωρήσετε την αγγλικούρα), γεμάτο λεπτοκαμωμένες καμπύλες και νάζι στιλ. Μια σειρά λοιπόν από παρόμοια στοιχεία (η ερμηνεία της Bridgewater φυσικά συμβάλλει πάρα πολύ σε αυτό) φτιάχνουν μια πιο "εσωτερική" εκδοχή αυτού του τραγουδιού. Είναι ταυτόχρονα πιο αθώο και πιο σκοτεινό.

Στους στίχους τα λεκτικά υπονοούμενα διαδέχονται το ένα το άλλο. Σε αντίθεση με την κραυγαλέα εκτέλεση της Monroe όπου η μουσική είναι εξωστρεφής, φάτσα-φόρα προκλητική, ετούτη είναι γεμάτη μουσικά υπονοούμενα και προσμονή.

Προσέξτε πχ πως ξεκινάει: πάνω από την χνουδωτή νότα ενός κλαρινέτου, ένα ντροπαλό, όλο ανυπομονησία pizzicato χτυπάει το δάχτυλο στο τραπέζι καθώς μετράει την ώρα που δε λέει να περάσει με τίποτα. Αυτός ο γεμάτος υπονοούμενα και προσμονή παλμός θα εμφανιστεί ξανά παρακάτω, μεταμορφωμένος βέβαια, πχ ως μια γρήγορα επαναλαμβανόμενη νότα στη μαρίμπα ή ένα τρέμολο-φτερούγισμα στα έγχορδα.

Αυτό που ακολουθεί αμέσως μετά είναι ακόμα πιο χαρακτηριστικό. Ξεκινάει ένα σχήμα συνοδείας. Το στιλ αυτού του σχήματος παραπέμπει σε αφελές παιδικό τραγούδι. Δίνονται διάφορα στοιχεία που δείχνουν προς αυτό πχ η χρήση του μεταλλόφωνου παραπέμπει σε μουσικό κουτί ή κάποιο άλλο παιδικό παιχνίδι. Γενικότερα το ίδιο το σχήμα της συνοδείας παραπέμπει σε κάτι σχετικό. Όμως υπάρχει μια σκιά πάνω από αυτό το αθώο παιδικό τραγούδι. Την εντύπωση αυτή δημιουργεί η μεγάλη απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στην ψηλότερη γραμμή του σχήματος (φλάουτο-μεταλλόφωνο) και τις υπόλοιπες γραμμές. Οι υπόλοιπες γραμμές κινούνται σε μεσαία προς χαμηλή περιοχή. Δεν υπάρχουν ενδιάμεσες γραμμές που να συνδέουν, δημιουργείται ένα χάσμα ανάμεσα σε αυτό που προβάλλεται και σε αυτό που είναι.

Παρατηρήστε πως τονίζεται συνεχώς η απόσταση αυτή μεταξύ της μελωδικής γραμμής και του μπάσου που την ακολουθεί ως σκιά κάθ’ όλη τη διάρκεια του τραγουδιού. Νομίζω ότι είναι ένα από τα κλειδιά αυτής της εκδοχής. Για παράδειγμα η σχέση, η απόσταση ανάμεσα στη φωνή και το μπάσο στο ρεφρέν. Υπάρχει ψηλή περιοχή, υπάρχει χαμηλή περιοχή, αλλά η μεσαία περιοχή σχεδόν δεν υπάρχει, ή αν υπάρχει ακούγεται περισσότερο ως ενίσχυση του μπάσου παρά ως κάτι ανεξάρτητο.

Συνολικά οι χειρισμοί του ενορχηστρωτή φτιάχνουν μια περίεργη αλλά πολύ ενδιαφέρουσα ηχητική εικόνα. Μοιάζει σα να πρόκειται για το “τι απέγινε η λολίτα;” Χρόνια μετά την πρώτη δυναμική εκδοχή την ξανασυναντούμε· αυτή συνεχίζει να τραγουδά την ίδια μελωδία· ο χρόνος από τη μια την έχει προδώσει, έχει γεράσει, από την άλλη της έχει δώσει εμπειρία και πονηριά που δεν είχε πρώτα. Ο ρυθμός, η ζωντάνια και η ένταση έχουν υποχωρήσει, αλλά αυτή είτε επειδή δεν το έχει καταλάβει είτε επειδή δε θέλει να το δεχτεί, εξακολουθεί να κάνει αυτό που ξέρει…

Εν τέλει οι διαφορές στις δυο εκτελέσεις προκύπτουν εξαιτίας των διαφορετικών προτερημάτων κάθε ερμηνεύτριας τα οποία κάθε εκδοχή προσπαθεί να εξυπηρετήσει. Στην περίπτωση της Monroe έπρεπε να πουληθεί περισσότερο η εικόνα ―με άλλα λόγια εκείνη η εκδοχή ήταν κατά κύριο λόγο ένα οπτικοακουστικό αντικείμενο και η μουσική ήταν μόνο ένα μέρος του. Στην περίπτωση της μεγαλύτερης σε ηλικία Bridgewater η φωνή της οποίας δε θα έπειθε ως μπεμπέκα έπρεπε να βρεθεί κάποιος τρόπος για να λειτουργήσει η χροιά της φωνής με τη μουσική και το κείμενο ―πρόκειται επομένως για πιο καθαρά, πιο εστιασμένα μουσικό αντικείμενο (καθώς αυτό ήταν και το τελικό προϊόν).

4/4/11

Αντιαμερικανισμός


Μου πάσαρε το καινούριο του MacBook για να κάνω κάποιες ρυθμίσεις που δεν ήξερε, ήταν ο πρώτος του Macintosh και ήταν ενθουσιασμένος.

Πρόσεξα την σημαία του Καναδά στη θέση του Menu Bar όπου εμφανίζεται το ενεργό πληκτρολόγιο. Το βρήκα ασυνήθιστο και για αυτό ρώτησα:
"Έχεις καμιά σχέση με Καναδά;"
"Όχι".
"Για ποιο λόγο έχεις ενεργοποιήσει το καναδικό πληκτρολόγιο;"
"Γιατί δεν αντέχω να βλέπω εκεί πάνω την αμερικανική σημαία".

Η απάντηση με κούφανε.
"Καλά, αλλά αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό το μηχάνημα το φτιάχνει μια από τις πιο «κακές» καπιταλιστικές αμερικανικές εταιρείες".

Η έκφραση του προσώπου του με το στόμα να χάσκει ελαφρώς μου έδωσε να καταλάβω πως μόλις εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποιούσε.

3/4/11

The iPad is surely not a device for content creation

Αυτοσχεδιάζοντας στην έκδοση του GarageBand για το iPad (συν κάποιο βασικό post production στο Logic).

2/4/11

Εχθροπάθεια

Αυτό που δε βλέπω και για αυτό δεν πείθομαι:
Will moderate Muslims defend Pastor Jones’s right to burn the Koran?

31/3/11

Πόσο μεγάλο είναι το άνοιγμα του Google;

Εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο μας έχουν φάει τα αφτιά πως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Android έναντι του iOS είναι ότι το πρώτο είναι open source. Αυτό που δε μας έλεγαν (όχι ότι δεν το καταλαβαίναμε) είναι ότι η χρήση του όρου "open source" γινόταν υπό το πρίσμα της μεταμοντέρνας ερμηνευτικής ρητορικής του Google.

UPDATE:
The quality experience of openness.

UPDATE 2:
Ο John Gruber υπενθυμίζει τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα…

UPDATE 3:
Google vs. Android

The pentatonic scale



Αντιγράφω το σχόλιο που συνοδεύει το βίντεο στη σελίδα του World Science Festival:

We don’t know much about the human brain on music. Do people instinctively know the sound patterns of the pentatonic scale? Is there a base level of musical knowledge in all of us, just waiting to be tapped? Or is the pentatonic scale simply so common in Western music that it has become ingrained in all of our minds? Improvisational genius Bobby McFerrin uses audience participation to demonstrate the power of the pentatonic scale—or at least the audience’s familiarity with it.